ερά Μητρόπολις Πέτρας καί Χερρονήσου –στορικά στοιχεα

Ἡ Ἱ. Μητρόπολις Πέτρας καί Χερρονήσου μέ ἕδρα τήν ἱστορική πρωτεύουσα τοῦ Νομοῦ Λασιθίου, τήν Νεάπολη, προῆλθε ἀπό τήν πρόσφατη συνένωση ἐπαρχιῶν τῆς καταργημένης ἀπό τό 1900 Ἐπισκοπῆς Χερρονήσου καί τῆς Μητροπόλεως Πέτρας, πλήν τῆς ἐπαρχίας Bιάννου.

Α) Μητρόπολις Πέτρας 

Ἐπισκοπή μέ τήν ὀνομασία Πέτρας ἀποτελούμενη ἀπό τίς ἐπαρχίες Μεραμβέλλου καί Λασιθίου, ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά στίς ἀρχές τῆς Β΄ Βυζαντινῆς περιόδου (961-1204) στό Τακτικό 3 τοῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου χρονολογούμενο στό ἔτος 980, ὡς ἀποσπασθεῖσα ἀπό τήν Ἐπισκοπή Ἱεραπέτρας.

Τό ὄνομά της, προερχόμενο καί αὐτό ἀπό τήν διάσπαση τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐπισκοπῆς Ἱεραπέτρας, ἀνάγεται στήν ἀρχαϊκή πόλη Πέτρα πού βρισκόταν βόρεια τοῦ χωριοῦ Χαμέζι τῆς Σητείας ὅπου καί εἰκάζεται ὅτι ἦταν ἡ ἕδρα τῆς Ἐπισκοπῆς πρίν τήν διάσπασή της.

Κατά τήν περίοδο τῆς ἑνετοκρατίας (1204-1669), ὅταν οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπό Λατίνους, ἡ Ἐπισκοπή Πέτρας δέν ἀναγράφεται οὔτε στούς λατινικούς πίνακες, οὔτε καί στά βυζαντινά Τακτικά. Κατά τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας (1669-1898), ἡ Ἐπισκοπή Πέτρας ἐπανιδρύεται καί ἀναφέρεται ἔνατη σέ βεράτιο καί φιρμάνι τοῦ 1756 καί ὄγδοη στά Κανονικά Πεσκέσια τοῦ Μητροπολίτη Κρήτης τό 1786. Τήν περίοδο αὐτή, οἱ Ἐπίσκοποι Πέτρας ἕδρευαν στό Ἐπάνω Χωριό τῆς Φουρνῆς.

Μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1866, ἡ ἕδρα τῆς Ἐπισκοπῆς Πέτρας μεταφέρθηκε στήν Νεάπολη ὅπου καί βρίσκεται ἀπό τότε. Κατά τό ἔτος 1900, μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπό τούς Τούρκους, ἀποδόθηκε στήν Ἐπισκοπή Πέτρας καί ἡ ἐπαρχία Βιάννου, ἀποσχισθεῖσα ἀπό τήν Ἐπισκοπή Ἀρκαδίας. Τό ἔτος 1932 ἡ Ἐπισκοπή Ἱερᾶς καί Σητείας συγχωνεύθηκε μέ τήν Ἐπισκοπή Πέτρας στήν Ἐπισκοπή Νεαπόλεως.

Μετά ὅμως ἀπό μία τριετία ἀποσπάστηκε καί πάλι ἡ Ἐπισκοπή Ἱερᾶς καί Σητείας καί στήν Ἐπισκοπή Νεαπόλεως ἐπανῆλθε τό ἀρχικό της ὄνομα Πέτρας. Τό 1962 ἡ Ἐπισκοπή Πέτρας, ὅπως καί ὅλες οἱ Ἐπισκοπές τῆς Κρήτης, ἀνυψώθηκε σέ Μητρόπολη.

Β)Ἐπισκοπή Χερρονήσου

Ἡ Χερσόνησος γίνεται ἕδρα Ἐπισκοπῆς τόν 4ο ἤ στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰῶνα. Τήν ὕπαρξη τῆς Ἐπισκοπῆς Χερρονήσου μαρτυροῦν οἱ μεγάλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές πού ἔχουν βρεθεῖ στή Χερσόνησο. Βεβαιωμένη εἶναι ἐπίσης ἡ συμμετοχή τοῦ ἐπισκόπου Χερρονήσου στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τό 431. Ὁ ἐπίσκοπος Χερρονήσου ἐμφανίζεται νά ὑπογράφει τό 457 τήν ὁμολογία ὀρθόδοξης πίστης πρός τόν αὐτοκράτορα Λέοντα τον Α΄. Πιθανόν, τόν 7ο αἰῶνα, μέ τήν ἔναρξη τῶν ἐπιδρομῶν ἀπό τούς Ἄραβες πειρατές, περίοδος πού καταστρέφονται καί οἱ παλαιοχριστιανικές βασιλικές, ἡ Χερσόνησος ἐγκαταλείπεται καί ἡ ἕδρα τῆς Ἐπισκοπῆς μεταφέρεται στό Πισκοπιανό. Ὁ ἐπίσκοπος Χερρονήσου μνημονεύεται, τότε, στό Παρισινό Τακτικό 1555 (Λέοντος Γ΄ καί Κων/νου Ε΄, 731), στά Πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), στό 8ο καί 9ο Τακτικό τῶν ἀρχῶν τοῦ 9ου αἰῶνα καί μετά τήν περίοδο τῆς ἀραβοκρατίας στό Τακτικό τοῦ Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στά 980.

Τόν 10ο αἰῶνα, ἡ ἐπισκοπική ἕδρα τῆς Χερρονήσου μεταφέρεται στήν Ἐπισκοπή Πεδιάδος καί τόν 19ο αἰῶνα στή Μονή Ἀγκαράθου. Ἡ Ἐπισκοπή καταργήθηκε τό 1900.