Επικήδειος Ομιλία

Αρχιμ. Ευθυμίου Κλώντζα

του Αρχιμ. Τίτου Ταμπακάκη,
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου

1-4-2014

 

«….καί κουσα φωνς κ το ορανο λεγούσης· γράψον, μακάριοι ο νεκροί ο ν Κυρί ποθνήσκοντες π  ρτι. Ναί, λέγει τό Πνεμα, να ναπαύσωνται κ τν κόπων ατν· τά δέ ργα ατν κολουθε μετ  ατν» (Αποκάλυψη).

Με αισθήματα ανθρώπινης θλίψης και συνοχής καρδίας, προπέμπουμε σήμερα στην αιωνιότητα τον μακαριστό Γέροντα πατέρα Ευθύμιο. Η εξόδιος εν προσευχαίς προπομπή του αειμνήστου αδελφού και συλλειτουργού κοντά στον Δίκαιο Κριτή, έχει σταυροαναστάσιμη όψη. Είναι έξοδος και συγχρόνως είσοδος. Έξοδος από το φθαρτό και παρερχόμενο και είσοδος στο αιώνιο και άληκτο, εκεί όπου «τά πάντα ἔστηκεν», όπου βασιλεύει η αγάπη του Θεού, όπου «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός».

 Η Εκκλησία δεν άφησε το μυστήριο του θανάτου, «τό ὄντως φοβερώτατον», αφιλοσόφητο. Δεν παρέλειψε να παραμυθήσει με την διδασκαλία της τους πενθούντες, αυτούς που χάνουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα κάθε ηλικίας, αφού ο θάνατος είναι απροσωπόληπτος εκβιαστής του ανθρωπίνου γένους.

 Ο δικαιολογημένος  φόβος του θανάτου, έγκειται στο ότι αρχίζει μια καινούρια ζωή για τον άνθρωπο. Και, φυσικά, αυτό συνδέεται και με την αιώνια κατάσταση της ψυχής και του σώματός του.  Η ώρα του θανάτου είναι μια νέα γέννηση, αφού, ο άνθρωπος, ιδίως ο δίκαιος, εξέρχεται, σαν από κάποια άλλη δεύτερη μήτρα σκοτεινή και πορεύεται προς τα άυλα και φωτεινά. Γι  αυτό συνιστά ότι ο άνθρωπος πρέπει να χαίρεται, επειδή διαπορθμεύεται δια του θανάτου προς τα ελπιζόμενα αγαθά.   

 Ο θεόσοφος Γρηγόριος αναλογιζόμενος το ανεξερεύνητον των βουλών του Θεού, επαναλαμβάνει τόν λόγο του θεοκινήτου Αποστόλου: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας (Ρωμ. ια΄ 33) και θείας φιλανθρωπίας, καθότι  εάν δεν υπήρχε ο θάνατος δεν θα ανεκαλούμεθα στους ουρανούς. Η ανθρώπινη φύση μας δεν θα ενθρονιζόταν «ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας», δεν θα ετιμάτο τόσο, ώστε να καθίσει «ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Με αυτό τον ανεξερεύνητο τρόπο γνωρίζει ο Θεός να μετασκευάζει «φιλανθρώπως ἐπί τό κρεῖττον». Καταργήθηκε ο θάνατος δια του θανάτου του Χριστού. «Ὁ γάρ τοῦ Χριστοῦ θάνατος τήν εἰς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ ἄνοδον τοῖς ὑπευθύνοις ἡμῖν ἀπέδωκεν». Ο θάνατος είναι κοίμηση, δια της οποίας ο άδης  μεταποιείται εις ουρανόν και δια της Αναστάσεως του Χριστού γίνεται προάγγελος της κοινής αναστάσεως.

Υπακούοντας στις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού, ο οποίος «θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ  απωλείᾳ ἀνθρώπων» επιτρέψετέ μου άγιοι Αρχιερείς, να ραντίσω το σκήνωμα του εκλιπόντος  με ειλικρινείς  μακαρισμούς, να μιλήσω για την   ενάρετη ζωή του, αφού ο ενάρετος βίος κατά την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, είναι άριστη διδασκαλία. Καθιστά καρποφόρα την δράση του, διότι «οὐδέν διδασκάλου ψυχρότερον, ἐν λόγοις φιλοσοφοῦντος μόνον», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο.

Ο αγαπητός μας πατήρ Ευθύμιος μετέστη προς τα ουράνια.  Μετέστη στην μακαρία εκείνη πόλη, όπου δεν υπάρχει χειρότευκτος ναός, αλλά «Κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ ναός αὐτῆς ἐστί καί τό ἀρνίον», και η οποία πόλη «οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης, ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ, ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν». (Αποκ. Ιωάν. κα΄, 22-23).

Ο πατήρ Ευθύμιος εξεμέτρησε το ζήν, επλήρωσε το κοινόφλητον χρέος και γέμισε χθες το εσπέρας την εν ουρανοίς Εκκλησίαν με πολλή χαρά, επί τη υποδοχή της μακαρίας και ηγνισμένης ψυχής του.  

Προέδραμε στην αιωνιότητα «ἀγαλλομένῳ ποδί», «λαμπαδηφόρος» για να συνεορτάσει μετά των αγγελικών τάξεων «Πάσχα μέγα», «Πάσχα μυστικόν», «Πάσχα αἰώνιον», «Πάσχα σωτήριον».

Ο Αρχιμανδρίτης Ευθύμιος, κατά κόσμον Ευάγγελος Κλώντζας, του Αντωνίου και της Ευρυδίκης, γεννήθηκε στη Νεάπολη στις 2 Φεβρουαρίου 1939. Ήταν γόνος πολυμελούς, ευσεβούς οικογενείας. Εδώ, στον ευλογημένο αυτό τόπο, που ήταν συνυφασμένος με τη ζωή του, τις αναμνήσεις του, ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Εδώ ζυμώθηκε με την πλούσια εκκλησιαστική παράδοση  και την ευσέβεια των κατοίκων.

 Η πρόνοια του Θεού οδηγεί τους νεανικούς του βηματισμούς  στις αυλές της Μεγάλης Παναγίας, για να ανδρωθεί πνευματικά κοντά στους εφημερίους της εποχής εκείνης, π. Ευάγγελο Κριτσωτάκη και π. Γεώργιο Μηναδάκη, αλλά και να γίνει δέκτης της πατρικής αγάπης του Μητροπολίτου Πέτρας κυρού Δημητρίου. Ο πατέρας δε του αείμνηστου διακονούσε ως νεωκόρος στη Μεγάλη Παναγία για πολλά χρόνια και τα παιδιά του τον βοηθούσαν πολύ στην διακονία του. Γι  αυτό, όλη η οικογένεια αισθανόταν την μεγάλη χάρη της Θεοτόκου, την προστασία και τον επιστηριγμό της. Ήταν η Ευεργέτης της οικογενείας. 

Σε αυτή εδώ την έπαλξη της τοπικής Εκκλησίας, πριν από 55 χρόνια  λαμβάνει ο μακαριστός το κάλεσμα του Θεού,  ήλθε  γι  αυτόν το πλήρωμα του χρόνου. «Τόν ἐξέλεξε καί τόν διεχώρισε Κύριος ὁ Θεός, ἀπό τῆς ἐν κόσμῳ ζωῆς, καί ἔθεσε αὐτόν, ὡς ἐν προσώπῳ αὐτοῦ, ἐν τῇ παραστάσει τῆς μοναδικῆς τάξεως, ἐν τῇ στρατείᾳ τῆς ἀγγελοειδοῦς ζωῆς, ἐν τῷ ὕψει τῆς οὐρανομιμήτου πολιτείας, διά νά λατρεύει τόν Νυμφίον Χριστόν ἀγγελικῶς καί νά δουλεύῃ δι αὐτόν ὁλοκλήρως….». Γνώριζε πλέον η ψυχή του την ματαιότητα των εγκοσμίων πραγμάτων και ότι "μεταβληταί γάρ αἱ καταστάσεις τοῦ παρόντος βίου", τά πάντα "ὕδατα καί θάλασσα" κατά τόν Μέγα Βασίλειο και γι αυτό επιλέγει "ἐκουσίως τῇ γνώμῃ" νά ενδυθεί το μοναχικό τριβώνιο στην Ιερά Μονή Κρεμαστών και να λάβει δεύτερον Βάπτισμα, μετονομασθείς εις Ευθύμιον μοναχόν.

Στις 22 Μαρτίου 1959, Κυριακής της Ορθοδοξίας, επιδημεί  δι  αυτόν ο Παράκλητος. Χειροτονείται διάκονος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Μεγάλης Παναγίας Νεαπόλεως και διορίζεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, προκειμένου να φέρει εις πέρας τις θεολογικές του σπουδές, τις οποίες ολοκληρώνει το έτος 1965.

Εκεί, στο κλεινόν άστυ, αντιμετωπίζει ως νέος κληρικός πολλές δυσκολίες. Μεγαλωμένος στην επαρχία, μέσα στην απλότητα και την δωρικότητα του Ιερού Κλήρου της Κρήτης, έρχεται αντιμέτωπος με το πομπώδες και το μεγαλόπρεπον της πρωτεύουσας, με συμπεριφορές ασυνήθιστες γι  αυτόν. Όμως δεν λιποψυχεί, τα δέχεται όλα με αγάπη και υπομονή. Δεν τον φοβίζει «ἡ λαίλαψ τοῦ χειμῶνος καί ὁ κλύδων τῶν κυμάτων» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος), αλλά μετατρέπει  αυτή την καμπή της ζωής του σε περίοδο πολλών πνευματικών αγώνων και ασκητικών γυμνασμάτων. Φροντίζει παράλληλα να συνδεθεί πνευματικά με ευλογημένους ιερείς και μονάχους, που τον βοηθούν και τον κατευθύνουν στην κατά Χριστόν προαγωγή του. Συχνά πυκνά, καθήμενος στον εξώστη της Κουφής Πέτρας, μας διηγείτο τα παθήματά του και μνημόνευε πολλών ονομάτων  αγαπητών του Συγκυρηναίων. 

Στις 28 Φεβρουαρίου 1966, Κυριακή της Ορθοδοξίας, χειροτονείται πρεσβύτερος και διορίζεται έκτακτος εφημέριος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Μεγάλης Παναγίας, προκειμένου να συνδράμει στο κηρυκτικό και κατηχητικό έργο της Ενορίας.

Έκτοτε αφιερώνει τον εαυτόν του όλον στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Στα ώτα της ψυχής του πάντα αντηχούσαν οι λέξεις του Κυρίου: «ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Το πρόγραμμά του ήταν το πρόγραμμα της Εκκλησίας. Γνώριζε καλώς την αποστολή του: «Οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι». Βρισκόταν πάντοτε πρόθυμος στη διακονία της αγάπης, «μηδεμίαν ἐν μηδενὶ δίδων προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία,  ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶν ἑαυτόν ὡς Θεοῦ διάκονος, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ» (βλ. Β΄ Κορ., στ΄ 3-7). Ο  εκλιπών ήταν εκ φύσεως ευπροσήγορος και προσιτός προς όλους, εμφορούμενος από αισθήματα αγάπης, με βαθύ ενδιαφέρον προς  όλους μικρούς και μεγάλους.

Ο Γέροντας Ευθύμιος «ἐδούλευσε εἰς τό Εὐαγγέλιον». Λειτουργούσε, κήρυττε, ευλογούσε γάμους και βαπτίσεις. Και πάντρεψε αμέτρητα ζευγάρια και τέλεσε αμέτρητες βαπτίσεις, ιδίως όταν διακονούσε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Σελλινάρι. «Εκεί, μας έλεγε χαρακτηριστικά, τέλεσα δύο χιλιάδες βαπτίσεις». Ακούραστος λειτουργός του Υψίστου, «μηδέν αἰτῶν καί οὐδέν ἀπαιτῶν».

Ήταν ευρυμαθής θεολόγος, προφητικός κήρυξ του Ευαγγελίου. Του άρεσε πολύ να διαβάζει τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, ενεθυμείτο πολλά θεόπνευστα λόγιά των με τα οποία στήριζε τους χριστιανούς στην πίστη, ιδιαιτέρως δε τους νέους. Εργάσθηκε πολύ στον τομέα της νεότητας οργανώνοντας κατηχητικές ομάδες, ομιλίες σε σχολεία και ιδρύματα. Παρότρυνε δε πολλούς νέους να ενδυθούν το ένδυμα της ιερωσύνης, να ασπασθούν τον μοναχισμό που συνιστούσε ως την τελειωτέρα ζωή. «Νά γίνετε μοναχοί, μας παράγγελνε όταν ως νέοι τον επισκεπτόμασταν. Νά τά δώσετε ὅλα στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία».

Στις 19 Αυγούτου 1972 χειροθετείται Πνευματικός, «ὡς ἐπιστήμων τῶν ψυχῶν ἱατρός, γενόμενος τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντας κερδίσῃ…τήν ἐν παντί τρόπῳ τήν σωτηρίαν τῶν χριστιανῶν πραγματευόμενος ἵνα τό Ἱερώτατον Μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως ἀποβῇ πνευματικόν ἱατρεῖον καί πνευματικόν λουτρόν». Ο Γέροντας Ευθύμιος ήταν αληθινός πατέρας, ελεήμων, φιλόστοργος πνευματικός.  Πολλές ψυχές γνώρισαν το φιλάνθρωπο επιτραχήλιό του, την πνευματική του καθοδήγηση.

 Την 1η Σεπτεμβρίου  του έτους 1977, ο Μητροπολίτης Πέτρας Δημήτριος εκτιμώντας τα ποικίλα χαρίσματα και τον δόλιχο της ζωής του, αναθέτει σε αυτόν τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας.

Την 1η Φεβρουαρίου 1981 διορίζεται εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου της πόλεως του Αγίου Νικολάου, απ όπου συνταξιοδοτείται για λόγους υγείας το έτος 2001. Εφησυχάζει στην Ιερά Μονή της Κουφής Πέτρας, όπου αναλαμβάνει την πνευματική πατρότητα της γυναικείας αδελφότητας και την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Μονής.