Πολλά και από πολλούς έχουν λεχθεί για την οικονομική κρίση που βιώνει ο τόπος μας. Καθένας από τη σκοπιά του προσπαθεί να ερμη-νεύσει, να διαζωγραφίσει την κρίση και τις συνέπειές της, να αποδώσει ευθύνες στους υπεύθυνους και να προτείνει λύσεις.
Η κρίση αυτή είναι ένα πολύπλοκο σύμπτωμα που έχει εσωτερικές αλλά και εξωτερικές παραμέτρους, τις οποίες πρέπει καθένας που ασχο-λείται με το θέμα να τις λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του, αν θέλει να είναι α-ντικειμενικός, για να μην οδηγηθεί σε ουτοπικούς συνειρμούς, σε εξω-πραγματικές καταστάσεις.
Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα ευαίσθητο γεωπολι-τικό χώρο. Είμαστε σε ένα σταυροδρόμι Ηπείρων και πολιτισμών. Μερι-κοί διερωτώνται που ανήκουμε, στη Δύση ή στην Ανατολή; Οι επιλογές όμως που έχουμε κάνει και η γενικότερη στρατηγική μας θέση, περισσό-τερο, αν όχι αποκλειστικά, χαρακτηρίζουν την Ελλάδα ως δυτικόστρο-φη. Μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται πως δεν έχει και άλλες επιλογές να κάνει. Αν διανοηθεί να αλλάξει τον προσανατολισμό της θα αντιμετωπί-σει μεγάλα εθνικά προβλήματα.
Συνήθως εμείς εδώ δαιμονοποιούμε τους πάντες. Ότι όλοι φταίνε, όλοι είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση που βιώνουμε, κυρίως οι ξένοι και ότι εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο ευθύνης. Το αν φταίνε οι άλλοι είναι σίγουρο ότι φταίνε, το αν πληρώνουμε τον πόλεμο του Βορρά προς το Νότο της Ευρώπης και αυτό είναι σίγουρο. Το αν βρισκόμαστε εμείς η αδύνατη οικονομία μας στον κυκλώνα ενός πολέμου του δολαρίου προς το ευρώ κι αυτό είναι σίγουρο. Το αν τα κομματικά συνδικάτα με την απληστία του ενθουσιασμού των «για να πάρει ο λαός την εξουσία στα χέρια του», η διαπλοκή των Μέσων Ενημέρωσης, η ανικανότητα των πο-λιτικών μας, μας οδήγησαν σ’ αυτήν την κατάσταση κι αυτό είναι βέβαιο. Όμως αναντίρρητη είναι η αλήθεια ότι φταίμε κι εμείς.
Θα ήθελα, ως Κληρικός, να ομολογηθεί αυτή η αλήθεια περίτρανα. Όχι μόνο στη διαπίστωσή της, αλλά και στο κάλεσμα προς μετάνοια, προς διόρθωση, προς σωτηρία. Τη λέξη μετάνοια δεν την ακούμε σήμερα, δεν την λέμε. Τη φοβόμαστε, για να μη μας ειρωνευτούν ότι τάχατες εί-μαστε αναχρονιστικοί, περιθωριακοί και δεν συγχρονιζόμαστε με το πνεύμα της εποχής.
Πολλοί άνθρωποι καθημερινά με ερωτούν τι κάνει η Εκκλησία για την κρίση. Δεν τους φτάνει η αλληλεγγύη και η φιλανθρωπία της. Και εκφράζουν ένα παράπονο, γιατί δεν μπαίνει μπροστά η Εκκλησία σε ένα αγώνα για τη διάσωση της Πατρίδας μας, για την ελευθερία μας από τις κατοχές που προέκυψαν.
Στους τελευταίους αυτούς επικριτές της Εκκλησίας απαντώ ότι ποιος θα αναλάβει το κόστος, αν μέσα από μια κοινωνική εξέγερση, την οποία θα προκαλέσει η Εκκλησία (αν βέβαια μπορεί να την προκαλέσει), προκύψει μία αιματοχυσία με δεκάδες θύματα ή μία κατάσταση παρό-μοια της κυπριακής εισβολής; Από πού ξεκίνησε το πραξικόπημα στην Κύπρο; Προηγήθηκε εκκλησιαστικός διχασμός, καθαίρεση του Αρχιεπι-σκόπου Μακαρίου, που έφερε ένα δικτάτορα στην ηγεσία και ακολού-θησε η τουρκική εισβολή. Η Εκκλησία πρέπει να προσέχει και να μην ε-πηρεάζεται από τις σκοπιμότητες ορισμένων που θέλουν να συσπειρώ-σουν οπαδούς στα διαλελυμένα κόμματα, η δε παρουσία της να είναι παράγων ενότητος και ομοψυχίας.
Θεωρώ ότι αυτό είναι μετέωρο βήμα, επικίνδυνο, που ούτε καν μπορούμε να το διανοηθούμε. Η Εκκλησία πρέπει να απέχει από τέτοιου είδους κινήσεις και ενέργειες. Έχει πληρώσει στο παρελθόν ακριβά κά-ποιες δραστηριότητές της, που ήταν έξω από την αποστολή και τη δια-κονία της ή ακόμη και την ανοχή της σε εκτροπές δημοκρατίας. 
Δεν εννοώ βέβαια να συμπορεύεται και να στηρίζει καθεστώτα που καταπιέζουν το λαό και πνίγουν τις ελευθερίες του. Αυτό το θεωρώ έγκλημα, προδοσία. Η θέση της Εκκλησίας είναι κοντά στο λαό, να είναι συγκακουχούμενη με το λαό του Θεού. Τη λύση και τώρα θα τη δώσουν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Εκεί θα εκφραστεί η βούληση ή αν θέλετε και η οργή του λαού προς τους υπεύθυνους.
Η δύναμη και η παρέμβαση της Εκκλησίας βρίσκονται σε άλλο ε-πίπεδο, πνευματικό. Πρέπει να καταστήσει ισχυρό τον κοινωνικό ιστό, να συνεγείρει το λαό σε μετάνοια, προς διόρθωση. Τα συσσίτια που γί-νονται καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων και πρέπει να γίνονται. Ο επισιτισμός του λαού σε κρίσιμες καταστάσεις του Γένους μας, είναι στην αρμοδιότητα και στην ευθύνη της Εκκλησίας. Αυτό μας διδάσκει το Ευαγγέλιο. 
Αλλά δεν φτάνει μόνο το υλικό ψωμί. Χρειάζεται και η πνευματι-κή τροφή. Η τροφή που θα εμπνεύσει, θα στηρίξει, θα θρέψει κυρίως τις ψυχές των νέων ανθρώπων, τους οποίους ολοκληρωτικά έχουμε χάσει από τις αυλές της Εκκλησίας μας. Η Εκκλησία με την λειτουργική της ζωή, την ενοριακή της προέκταση αγκαλιάζει τον όλον άνθρωπο και του μεταγγίζει υπομονή, ελπίδα, περίσσεια ζωής, που είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις αντίστασης.
Όταν διαβάζω τα Συναξάρια και βλέπω ότι το μεγαλύτερο ποσο-στό των Αγίων της Εκκλησίας μας ήταν νέοι και κοιτάζω παράλληλα το εκκλησίασμά μας και παρατηρώ ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εκκλη-σιαζομένων σήμερα είναι γέροντες, απογοητεύομαι για την κατάσταση μας και τη διακονία μας. Τα σημερινά φαινόμενα αποδεικνύουν ότι δεν επιτελούμε το χρέος μας. Χάσαμε τα παιδιά μας από την Εκκλησία, γιατί συμβιβαστήκαμε με την αδικία, με την εξουσία, πήγαμε με το ρεύμα του κόσμου. Οι Άγιοι της Εκκλησίας ήταν οι γνήσιοι αντιστασιακοί. Αυτοί, με το ηρωικό φρόνημά τους, ενέπνευσαν το λαό και τον οδήγησαν στην ελευθερία.
Με απασχολεί σοβαρά το θέμα πως θα βρούμε τον κώδικα επικοι-νωνίας με τα παιδιά και τους νέους, οι οποίοι πρωτίστως δέχονται τις συνέπειες αυτής της κρίσεως; Πως θα τους εμπνεύσουμε; Με λόγια; Με κηρύγματα; Με δημόσιες σχέσεις και πνευματικά κέντρα; Δεν πρόκειται ποτέ να έλθουν, να μας εμπιστευτούν. Τι θέλουν τα παιδιά μας; Αναζη-τούν γνησιότητα ήθους, καθαρότητα και εντιμότητα, θυσιαστικό, ηρωικό πνεύμα, λεβεντιά, αξιοπρέπεια. Και όπου τα ανακαλύψουν, εκεί, αν υ-πάρχει και κάποια εσωτερική ή οικογενειακή παρόρμηση, θα πλησιά-σουν.
Γιατί οι νέοι διψούν να πηγαίνουν στο Άγιον Όρος; Διότι εκεί συ-ναντούν το γνήσιο, το πηγαίο, το αληθινό. Όχι το κάλπικο, το υποκριτι-κό, το φολκλορικό, το δημοσιοσχεσίτικο, το αλαζονικό, που φαντάζει μέσα στις κοινωνίες. Αυτή είναι η ευθύνη της Εκκλησίας μας σήμερα. Να αποβάλει αυτήν τη σκόνη του κοσμικού, της κρατικοδίαιτης διαγωγής, του συμβιβασμού, της κάλυψης, της στήριξης, της ανοχής σε αδικίες και πολιτικούς αμοραλισμούς, συμπτώματα που την επηρέασαν, που κάθι-σαν πάνω στο Πανάχραντο Σώμα της.
Η Εκκλησία μας είναι ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες. Η Εκκλησία οφείλει να έχει την ομολογία της καινής διδαχής του Χριστού. Η Εκκλησία έχει υγιή αντισώματα, να θεραπεύσει κάθε κρίση, όσο μεγά-λη κι αν είναι. Δύναμή της είναι ο ασκητικός ανιδιοτελής βίος, η κενωτι-κή διακονία των Κληρικών της, των Μοναχών της, ο απερίτμητος λόγος της, που είναι τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον.
Τον περασμένο αιώνα ένας Μοναχός, σχεδόν αγράμματος, κράτη-σε στα χέρια του την ευθύνη της ορθόδοξης πνευματικής διδαχής και έγι-νε το πρόσωπο και ο λόγος του, όρος ορθοδοξίας, σε σημείο που όλοι μας σήμερα να αναφερόμαστε στη ζωή και στο λόγο του πατρός Παϊσίου. 
Τι είχε αυτός ο άνθρωπος για να αγαπηθεί τόσο πολύ από το λαό και να τον επηρεάσει σε σημείο αφάνταστο και να γίνει πνευματικός του Ηγέτης; Αγιότητα βίου, εκούσια πτωχεία, αγάπη στο Χριστό, άνευ ορί-ων. Αυτά ήταν που ενέπνευσαν τους ανθρώπους να τον επισκέπτονται στο ερημικό κελί του. Οι διδαχές του, με προφητικό χάρισμα, αποτελούν σήμερα τη μεγαλύτερη δύναμη παρηγορίας του λαού μας.
Το γε νυν η Εκκλησία πρέπει να συνεγείρει τους Κληρικούς της, τους Μοναχούς της σε μία Ανάσταση εκ των τάφων που βρισκόμαστε. Να ανοίξουν οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές Μονές σε καθημερινή βάση, να τε-λούνται σ’ αυτούς Ιερές Ακολουθίες, Θείες Λειτουργίες, Παρακλήσεις, να λειτουργούν τα εξομολογητήρια, να δέχονται τους ανθρώπους και να τους στηρίζουν. 
Εκεί, μέσα στον Ναό πρέπει να εκκλησιάζονται οι ανάγκες, οι α-γωνίες, τα προβλήματα των ανθρώπων. Εάν δεν γίνει αυτό, δεν θα υπάρ-ξει από το λαό μας σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος της κρίσεως. Θα είναι παγιδευμένος στις ανακοινώσεις, στις ειδήσεις, στις απειλές των οποιωνδήποτε και θα τρομοκρατείται καθημερινά από τους ημερομίσθι-ους της εξουσίας και των συμφερόντων, που κυβερνούν τον τόπο μας.
Εμείς, ως Εκκλησία, αυτό που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός πρέπει να κάνουμε. Και έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε. Με τη χάρη του Θεού έχουμε καλούς Κληρικούς με λειτουργική ζωή. Τα Μοναστήρια μας, που τα περισσότερα έχουν αποκτήσει έστω μικρές αδελφότητες, μπορούν να βοηθήσουν. Ο λαός μας εμπιστεύεται την Εκκλησία. Ο λαός μας είναι κουρασμένος, απογοητευμένος τα τελευταία χρόνια. Δεν εμπιστεύεται το πολιτικό σύστημα. Αισθάνεται ότι είναι προδομένος ποικιλότροπα. Ανα-ζητεί διέξοδο και δεν την βρίσκει. 
Δεν μπορούν να δώσουν τη λύση στο πρόβλημα του τόπου μας τά-σεις ακραίες. Τη λύση θα τη δώσει η νέα γενιά, που έχει έντονα τα ζώπυ-ρα της φιλογένειας. Αυτό που συμβαίνει στον τόπο μας, χιλιάδες νέοι να μεταναστεύουν για να αναζητήσουν εργασία, το θεωρώ την μεγαλύτερη συμφορά των τελευταίων ετών. Τι κρίμα τόσα παιδιά, με πολύ καλές σπουδές, που τα σπούδασε η Πατρίδα τους, να προσφέρουν σήμερα τις υπηρεσίες σε άλλες χώρες, μακριά από τον αγαπημένο τους τόπο. Αυτό συνιστά το μεγαλύτερο έγκλημα, που έχει γίνει κατά τη διάρκεια της κρίσεως.
Όσον αφορά τα συμπτώματα της κρίσεως που βιώνουμε θέλω να καταθέσω την άποψή μου. 
Όποιος σπεύδει να γίνει πλούσιος, αυτός γίνεται γρήγορα πτωχός. Έλεγαν παλαιότερα: «Να φοβάστε δύο κατηγορίες ανθρώπων, τους εξω-μότες και τους νεόπλουτους». Η πλεονεξία οδηγεί στον διάβολο και ρίζα πάντων των κακών είναι η φιλαργυρία. Η λύσσα των χρημάτων είναι ακόρεστη, σαν τον άδη. Οι παροχές, χωρίς αρχές, οδηγούν σε κρίση. 
Ο Θεός μας εγκατέλειψε γιατί δεν πιστεύουμε στη Θεία Πρόνοιά Του. Αυξήσαμε τα τελευταία χρόνια τις κοσμικές μας ασφάλειες και α-φήσαμε την ασφάλεια που μας προσφέρει η παντοδύναμη χάρη Του. Ο Χριστός μας άφησε υπόδειγμα να ζητούμε τον άρτο τον επιούσιο και ε-μείς, άπληστοι όπως είμαστε, θέλαμε να εξασφαλίσουμε, όχι μόνο μία ά-νετη ζωή, αλλά και μια, ει δυνατόν, μετά θάνατον υλική καλοπέραση.
Στη ζωή μας τα τελευταία τριάντα χρόνια παρατηρούσαμε ότι κυ-ριαρχούσε στυγνός υλισμός, αχαλίνωτη κερδοσκοπία, απεριόριστη κα-τανάλωση, άκρατος ανταγωνισμός. Τα κέρδη ήταν πάνω από την αξία του ανθρώπου. 
Τεμένη της ανθρωπότητος έγιναν η Παγκόσμια Τράπεζα και το Δι-εθνές Νομισματικό Ταμείο. Μ’ αυτόν τον τρόπο προωθείτο η παγκοσμιο-ποίηση. Δεν υπερβάλλω. Και ενώ το πνεύμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα τελευταία χρόνια, ήταν ο ευαγγελισμός της κατάργησης των συνόρων, μας προέκυψε μια υποδούλωση, άλλης μορφής, χειρότερης. Υψώθηκαν φράκτες οικονομικής ανισότητος, που θρυμμάτισαν την κοινωνική συνο-χή και δημιούργησαν στρατιές ανέργων, που επέφεραν την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας, ακόμη και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτό  αποτελεί μία βαρβαρότητα του χειρίστου είδους. 
Πώς να βρει σήμερα η κοινωνία μας τη σπασμένη ενότητά της, μέ-σα σ’ αυτές τις αντινομίες, τις αδικίες, το διχασμό; Η μεγαλύτερη βόμβα στα θεμέλια της ανθρωπότητας είναι η πείνα, που έχει απρόβλεπτες δια-στάσεις. 
Η Εκκλησία ενσαρκώνοντας τα μήνυμα της καινής διδαχής του Ευαγγελίου πιστεύει όχι σε μία άσαρκη πνευματικότητα, μονοφυσιτική, αλλά σε μία πνευματικότητα που αγκαλιάζει τον όλο άνθρωπο και που εκκλησιάζει όλα τα προβλήματα και τη ζωή του.
Η Εκκλησία θέλει ένα κόσμο όχι των ανταγωνισμών, των σκοπι-μοτήτων, της κυριαρχίας της εξουσίας και της αδικίας. Μία οικουμένη της ενότητας, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της αγάπης. Αυτό είναι το όραμα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και του Πα-τριάρχη μας.
Η νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς είναι σήμερα παγκόσμια απειλή, που οδηγεί στην ανισότητα, τη βία, την αδικία, στον διαλυτικό ατομισμό. Να γιατί βλέπουμε σήμερα αστική νεοεπαιτεία, κρυφόπτωχους και νεόπτωχους και τρομάζουμε. 
Σ’ αυτές τις καταστάσεις ο πανικός και η σύγχυση δε βοηθούν και ο εφιάλτης της απόγνωσης και της απελπισίας είναι επικίνδυνος.
Πιστεύω απόλυτα πως θα ανατείλουν καλύτερες μέρες για το Γέ-νος μας. Μέσα απ’ αυτήν την κρίση θα γίνουμε καλύτεροι, εάν μετανοή-σουμε και διορθωθούμε, γιατί χαλάσαμε όλοι μας. 
Ο Θεός θα μας προστατεύσει και θα διασκεδάσει βουλάς εθνών, που καταδυναστεύουν την πατρίδα μας. Να γνωρίζουμε δε ότι τον τελευ-ταίο λόγο τον έχει ο Θεός και όχι αυτοί που κυβερνούν τον κόσμο. 
Να στηρίξουμε όλοι μας την ελπίδα μας στον Θεό και να τον πα-ρακαλέσουμε να συντάμει τον χρόνο της δοκιμασίας μας, για να ανατεί-λουν καλύτερες μέρες για τα παιδιά μας. Τους το οφείλουμε.