ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

 

Ὁμιλία στήν ἐκδήλωση γιά τή συμπλήρωση ἑκατό ἐτῶν ἀπό τή γέννηση

τοῦ ἀοιδίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου

Κίσαμος 22 Νοεμβρίου 2014

 

Εὐχαριστῶ πολύ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιο καί τήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης γιά τήν τιμητική πρόσκλησή τους νά συμμετάσχω στό διήμερο αὐτό μνήμης, σεβασμοῦ καί τιμῆς στόν ἀοίδιμο Οἰκουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, μέ ἀφορμή τή συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπό τή γέννησή του.

Εἰλικρινά χαίρω πού εἶμαι μαζί σας, γιατί βρίσκομαι σέ ἕνα Ἵδρυμα πού προβάλει τή Μεγαλόνησο καί τή Μεγάλη Ἐκκλησία, πού δίδει παρών σέ πολλούς τομεῖς καί ἀποτελεῖ ἔμπνευση ἑνός φωτισμένου Ἱεράρχου, τοῦ Μητροπολίτου Εἰρηναίου καί τῶν ἀξίων συνεργατῶν του.

Ἕνα κοινωφελές Ἵδρυμα πού βρίσκεται κάτω ἀπό τή στοργική πρόνοια καί ἐπίβλεψη τοῦ φίλτατου Μητροπολίτου Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλοχίου. Οἱ καλές ἀπαρχές τῆς διακονίας του ἐνταῦθα, προοιωνίζουν ὄχι μόνο λαμπρή συνέχεια, ἀλλά καί ἐπέκταση τῆς μεγάλης προσφορᾶς του στόν τόπο, στήν Ὀρθοδοξία.

Χαίρω γιατί συμμετέχω σ’ αὐτήν τήν ἡμερίδα. Τί γλυκιά ἀναστροφή μνημοθεσίας! Εὐλαβοῦμαι πολύ τήν μνήμη τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ὕπατου θυηπόλου τῆς ἄχραντης ἱερουργίας τοῦ Φαναρίου γιά περίπου 20 χρόνια. Εἶναι δέ ἰδιαίτερη τιμή γιά ὅλους μας ὅτι παρουσιάζεται σ’ αὐτήν τό μνημειῶδες ἔργο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος γιά τόν Πατριάρχη Δημήτριο.

Γνωρίζω ὅτι ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας μου εἶναι περιορισμένος. Θά προσπαθήσω νά εἶμαι σύντομος. Θά γίνουν κάποιες ἀναφορές καί στίς σχέσεις τοῦ Πατριάρχου μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης.

Εἶναι πανθομολογούμενη ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐκλογή τοῦ Μητροπολίτου Ἴμβρου καί Τενέδου Δημητρίου, ὡς Πατριάρχου, ξάφνιασε τήν Ὀρθοδοξία. Ἔγινε μέ πνοή βιαία τοῦ Παρακλήτου. Ἦταν ἔκπληξη ἀκόμη καί γιά τόν ἴδιο, γιά τήν ἀδελφή του καί παράλληλα μεγάλη δοκιμασία. Μέσα στό θάμβος του ψέλλισε: «Οὐδέ πόρρωθεν κατά διάνοιαν ἐτολμήσαμεν ποτέ νά διαλογισθῶμεν θαῦμα φοβερόν τοιαύτης διαστάσεως».

Εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, πού μέ τά μεγάλα χέρια καί τά μεγάλα ὁράματά του ἀγκάλιασε τήν Οἰκουμένη, Ἀνατολή καί Δύση, ὁ Πατριάρχης τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως καί τῶν Διαλόγων. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀναζητοῦσε διάδοχο. Ἦταν δύσκολες ὧρες γι’ αὐτήν.

Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο! Δεκαεπτά αἰῶνες ἀσταμάτητης πορείας, μέ τό πρόσφθεγμα τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ, σέ ἕνα Τόπο πού δύσκολα μέ τήν ἀειζωότητά του βηματίζεις.

Μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ καταλόγου τῶν ἀρχιερέων ἀπό τή Νομαρχία Κωνσταντινουπόλεως διαπιστώθηκε ὅτι εἶχαν σβηστεῖ ὀνόματα διακεκριμένων Ἱεραρχῶν. Ἡ κατάσταση περιπλέχθηκε ἀκόμη χειρότερα, γιατί πολλοί ἀπό τούς Μητροπολίτες, σέ ἔνδειξη διαμαρτυρίας δέν δεχόταν νά θέσουν ὑποψηφιότητα. Ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος καθυστεροῦσε νά καταρτίσει τό τριπρόσωπο ψηφοδέλτιο.

Ὁ λαός μέσα στόν Πατριαρχικό Ναό καί στόν περίβολό του ἀγωνιοῦσε. Κανείς δέν γνώριζε ποιοί θά εἶναι ὑποψήφιοι. Ἡ Σύνοδος συνεδρίασε καί ἔδωσε τό ἄριστον δυνατόν. Προκρίθηκε ὁ Μητροπολίτης Ἴμβρου καί Τενέδου Δημήτριος. Ὅλοι συμφώνησαν γι’ αὐτόν, μέ μόνον διαφωνοῦντα τόν ἴδιο.

«Ἡμεῖς προσωπικῶς οὔτε τό σθένος, οὔτε τό ἀνάστημα εἴχομεν τοῦ Κυρηναίου τῆς Σταυρώσεως… Δέν προσεφέρθημεν αὐτοβούλως ἵνα γίνωμεν Κυρηναῖος. Φωνή ἐκ τῶν ἔνδον τοῦ Θυσιαστηρίου, φωνή ἐκ τῶν ἔνδον τῆς ἱστορίας, φωνή τραγική ἐκ τῶν περί ἡμᾶς, φωνή Κυρίου ἐγένετο πρός ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἐφύγομεν, παρεκαλέσαμεν, ἱκετεύσαμεν, συναίσθησιν πλήρη ἔχοντες ἀφ’ ἑνός μέν τοῦ πελωρίου Σταυροῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῆς ἡμῶν ἀναξιότητος καί ἀσθενείας. Προκειμένου νά διασωθεῖ τό γνήσιον τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, εἰς οὐδέν λογιζόμενοι «ἡμᾶς αὐτόν, ἀλλά τά πάντα διά τήν ἁγίαν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, παρεδόθημεν ὁλοτελεῖς τῷ Κυρίῳ καί τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ».

Θεόκλητος, λοιπόν, ὁ Δημήτριος, γι’ αὐτό καί δημόκλητος καί δημοφιλής. Γεγονός πού ἐπιβεβαιώνει ὅτι αὐτοί πού ρυθμίζουν τή ζωή μας δέν εἶναι μόνο οἱ ἀστάθμητοι παράγοντες. Σ’ αὐτές τίς μεγάλες θέσεις ἐπεμβαίνει προσωπικά ὁ Θεός. Μία τέτοια κλήση εἶναι βέβαιο ὅτι φέρει ἀμητό καλῶν ἔργων.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός γράφει: «Μαζί μέ τόν γηραιό καί σοφό Μητροπολίτη Αὐστρίας Χρυσόστομο βρεθήκαμε στά ἐγκαίνια τοῦ νέου Πατριαρχικοῦ οἴκου στό Φανάρι. Μέ τή συνήθη ἐπιγραμματικότητα τοῦ λόγου του, μοῦ εἶπε κάποια στιγμή ὁ σεβαστός καί φίλτατος Γέροντας: “Βλέπεις πόσα πολλά καί μεγάλα ἔγιναν στίς ἡμέρες τοῦ ἁπλοῦ Πατριάρχου Δημητρίου; Θά μποροῦσαν νά εἶχαν γίνει καί ἐπί Ἀθηναγόρου. Δέν ἔγιναν ἐπειδή ἐκεῖνος εἶχε πολύ ἔντονη προσωπικότητα καί ἐπιπόλαια κρίνοντες, θά λέγαμε ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας τά ἔκανε. Γι’ αὐτό ὁ Θεός τά ἐπεφύλαξε στίς ἡμέρες τοῦ ταπεινοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ὥστε νά τά ἀποδώσουμε στή Θεία Πρόνοια, ὅπως πρέπει καί νά δοξάσουμε τό Θεό”».

Στό πρόσωπο τοῦ ἀγαθότατου Δημητρίου ἑνώθηκαν Ὀρθοδοξία καί Ρωμηοσύνη. Φιλοδοξίες παραμερίστηκαν, φιλοπρωτίες ἐξοβελίστηκαν. Τά πάντα γιά τή Μεγάλη Ἐκκλησία!

Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τῶν Φαναριωτῶν Ἱεραρχῶν, τῶν εὐγενῶν καί φωτισμένων ρασοφόρων, ὅπως γράφει ὁ Μητροπολίτης Πέργης Εὐάγγελος, μέ τόν δικό τους τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι καί τοῦ συμπεριφέρεσθαι, μέ τήν εὑρύτητα τοῦ πνεύματος, μέ τούς ἀνοικτούς ὁρίζοντες, μέ γενική τή θεώρηση τοῦ κόσμου.

Ὁ Φαναριώτης Ἱεράρχης εἶναι ὁ λάτρης τοῦ θεσμοῦ του. Ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος πού λέγεται Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἔχει διακίνηση ἰδεῶν στό νοῦ καί λειτουργικότητα στίς ἐνέργειές του. Ὁ Ἱεράρχης τοῦ Θρόνου ἔχει εὐθύνη ἔναντι τῆς εὐθύνης, ἀπό τήν ἀκρίβεια τοῦ λόγου, μέχρι τήν οἰκονομία τῆς πράξεως, συνέπεια καί συνέχεια, σεβασμό στήν ἀπαραχάρακτη αὐθεντικότητα.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἦταν Φαναριώτης, χαρίδοτος Ἱεράρχης.

Οἱ Ἀρχιερεῖς στό Φανάρι συμπορεύονται μέ τόν Πατριάρχη τους. Τό εἴδαμε τότε, στόν Δημήτριο, τό βλέπουμε καί τώρα στόν Βαρθολομαῖο. Καί γίνεται πάντοτε. Τρέχουν ὁμοῦ. Μαζί στήν ἐκκίνηση, μαζί καί στό τέρμα. Κοινωνοῦν καί ἀπολύονται μαζί, μέ τό ἴδιο πάθος. Συνομιλοῦν μέ τήν ἱστορία. Συμβουλεύονται τήν μαρτυρία τῶν Πατέρων τους. Εἶναι οἱ μεγαλοσχήμονες τῆς καρτερίας, εἶναι οἱ ἰσοβίτες ἄγγελοι τῆς ἐγρήγορσης τοῦ Γένους στό τρίπτυχο Πόλη, Μεγάλη Ἐκκλησία καί Ρωμιοσύνη. 

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, μετά ἀπό μερικά χρόνια, ἐκμυστηρεύτηκε στούς ἄμεσους συνεργάτες τοῦ ἕνα ὄνειρο πού εἶδε πρίν ἀπό τήν ἐκλογή του ὡς Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί τό ὁποῖο δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει.

Ἀφηγεῖται ὅτι εἶχε ὀνειρευτεῖ τόν ἀείμνηστο προκάτοχό του, Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, μπροστά στήν Ὡραία Πύλη τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος στό Πέραν, ἐνῶ ὁ ἴδιος βρισκόταν μέσα στό Ἱερό Βῆμα. Κάποια στιγμή ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τοῦ ἔκανε νεῦμα νά ἔλθει πρός αὐτόν. Ξαφνικά ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἄρχισε νά σμικρύνεται συνεχῶς ὥσπου στό τέλος χάθηκε καί πῆρε ἐκεῖνος τή θέση του. Ὅταν μετά ἀπό δυό ἡμέρες ἐκλέχτηκε Οἰκουμενικός Πατριάρχης, κατάλαβε ποιά ἦταν ἡ σημασία τοῦ ὀνείρου πού εἶχε δεῖ.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἔθεσε στιβαρές καί τίμιες χεῖρες στό πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπέλεξε ἐκλεκτούς συνεργάτες, μέ συμπαρέδρους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου. Ἔλεγαν οἱ πολιοί ἱεράρχες τῆς Κρήτης: «Τί σου εἶναι αὐτό τό Φανάρι; Ἡ Σύνοδος στηρίζει πάντοτε τόν Πρῶτο της, τόν πλαισιώνει, τόν συνακολουθεῖ στίς ὁδοιπορίες καί στά ὁράματά του, θεραπεύει τά ἀσθενῆ καί ἀναπληρώνει τά ἐλλείποντά του». Αὐτή εἶναι ἡ Σχολή τῆς συνοδικῆς διαγνώμης τοῦ Φαναρίου.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος, ὑπέβαλε στό νέο Πατριάρχη τά αἰσθήματα τῆς βαθείας τιμῆς καί ἀγάπης τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης. Χαρακτήρισε, στό τηλεγράφημά του, ἐπάξια τήν ἐκλογή του καί ὅτι αὐτή ἐνέπλησε χαρᾶς τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης.

Μετά ἀπό λίγους μῆνες καί συγκεκριμένα στίς 28 Νοεμβρίου 1972 ἐξ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου, ἀντιπροσωπεία ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Εὐγένιο καί τούς Μητροπολίτες Γορτύνης Τιμόθεο καί Ἱεραπύτνης καί Σητείας Φιλόθεο, μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά ὑποβάλει στόν Πατριάρχη τά εὐλαβῆ προσκυνήματα τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

Καταθέτω γιά τήν ἱστορία τήν προσφώνηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου στόν Πατριάρχη, ὅπως καί τήν ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου. Πολλά σημαίνονται σ’ αὐτούς τούς λόγους.

«Παναγιώτατε Δέσποτα,

Προσερχόμεθα ταπεινῶς ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος ἴνα κομίσωμεν Αὐτή ἐξ ὀνόματος καί τῶν ἄλλων ἐν Κρήτῃ ἀδελφῶν καί συλλειτουργῶν ἡμῶν, τά εὐλαβῆ προσκυνήματα τοῦ ἀφοσιωμένου τῇ Μητρί Ἁγίᾳ τοῦ Χριστοῦ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ Κλήρου καί Λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἐν ᾗ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἡμᾶς Ἐπισκόπους καί ἴνα καί διά ζώσης ὑποβάλωμεν γηθοσύνως τῇ Ὑμετέρᾳ Σεπτῇ Κορυφῇ τάς συγχαρητηρίους προσρήσεις καί διαπύρους εὐχάςἡμῶν ἐπί τῇ Χάριτι Θεοῦ κανονικῇ καί ἐπαξίᾳ ἀναρρήσει Σου ἐπί τοῦ Πανσέπτου τούτου Πατριαρχικοῦ καί Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἰς διαδοχήν τοῦ μακαριστοῦ καί εὐκλεοῦς Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ Α΄.

Ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς Σοί εὐχόμεθα, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅπως ὁ Δομήτωρ τῆς Ἐκκλησίας Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός συμπορεύηται μετά Σοῦ ἐν τῇ ὑπάτῃ διακονία Σου, ἴνα ἀγάγῃς εἰς αἴσιον πέρας τό ἐπηγγελθέν πρόγραμμα ἀγαθότητος τῆς Πατριαρχείας Σου, ἀντάξιον κατά πάντα τῆς Ἀνωτάτης ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ θέσεως καί τῶν μεγάλων παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς συγχρόνου πραγματικότητος.

Διαβεβαιούμεθα Σέ δέ καί ἡμεῖς οἱ ἐν Κρήτῃ ταπεινοί Ἐπίσκοποί τοῦ Θεοφρουρήτου Θρόνου Σου, ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἐσμέν ὁλοπρόθυμοι συλλειτουργοί Σου ἐν τῇ βαρυμόχθῳ καί πολυμόχθῳ καί πολυευθύνῳ Πατριαρχικῇ Διακονίᾳ Σου καί ὅτι μετά τοῦ περί ἠμᾶς Κλήρου καί λαοῦ περί πολλοῦ ποιούμεθα καί τιμῶμεν τήν κανονικήν ἐξάρτησιν τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἐκ τοῦ Ἱεροῦ καί Πανσέπτου τούτου Κέντρου καί στενόν καί ἀκμαῖον τόν τῆς στοργῆς πρός αὐτόν ἱερόν δεσμόν διαφυλάττομεν.

Εἰς μαρτυρίαν τούτου καί εἰς ἔνδειξιν βαθείας εὐλαβείας καί τιμῆς ἡμῶν πρός τήν Ὑμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα, τόν Αὐθέντην καί Δεσπότην ἡμῶν, προσφέρομέν Σοι, Παναγιώτατε, τό ἀργυροῦν τοῦτο καλλίτεχνον ἱερόν Εὐαγγέλιον, “ὅ ἐστί ρῆμα Θεοῦ”.

Καί ἐπικαλούμενοι εὐλαβῶς τάς Θεοδέκτους εὐχάς καί εὐλογίας Σου καί τήν ἀπό τοῦ ἱεροῦ Κέντρου ἀρωγήν καί συναντίληψιν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῆς Διακονίας ἡμῶν πρός οἰκοδομήν τοῦ πεπιστευμένου ἡμῖν Ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς εὐχόμεθά Σου καί αὖθις μακράν, ὄλβιον καί καρποφόρον τήν Πατριαρχείαν εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, Οὗ τό κράτος εἰς τούς αἰώνας».

Σέ ἀπάντηση, ὁ Πατριάρχης εἶπε:

«Ἅγιοι Ἀδελφοί,

Ἐν συγκινήσει καί χαρᾷ βαθυτάτῃ ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ὑποδέχεται ὑμᾶς, τιμιωτάτους ἐκπροσώπους τῆς κατά Κρήτην προσφιλεστάτης Ἐκκλησίας, ἡμῖν δέ ἀδελφούς ἰδιαζόντως ἀγαπητούς καί τά μέγιστα ὑφ’ ἡμῶν τιμωμένους. Ἐν τῷ προσώπῳ ὑμῶν περιπτυσσόμεθα καί ἀσπαζόμεθα ἅπασαν τήν σεβασμίαν Ἱεραρχίαν, τόν εὐαγῆ Κλῆρον καί σύμπαν τό εὐσεβές πλήρωμα τῆς Κρήτης.

Φέρετε εἰς ἡμᾶς τό ἄρωμα τῆς Ὀρθοδόξου εὐσεβείας τοῦ ὑπερηφάνου Κρητικοῦ Λαοῦ, τοῦ τόσον ἀρρήκτως ψυχή καί τῷ πνεύματι συνδεδεμένου πρός τήν ποτνίαν ταύτην Μητέρα καί Τροφόν αὐτοῦ, τήν ἀείποτε φύλακα τῆς Ἁγίας Πίστεως αὐτοῦ, τῶν τιμίων Παραδόσεων αὐτοῦ καί τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ φρονημάτων.

Γνωρίζομεν καλῶς ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ Κέντρῳ τήν ἄγρυπνον ποιμαντορίαν ὑμῶν ἐν μέσῳ τοῦ εὐσεβοῦς τούτου λαοῦ. Γνωρίζομεν καλῶς ὁπόσον ὑμεῖς, ἀγαπητοί ἀδελφοί καί οἱ συνάδελφοι ὑμῶν ἀγωνίζεσθε ὡς συνεχισταί τῶν μεγάλων παραδόσεων μακρᾶς σειρᾶς Ἱεραρχῶν τῆς κατά Κρήτην Ἐκκλησίας διά τήν συνεχῆ κατάρτισιν καί αὔξησιν τῆς ἀμπέλου ταύτης, τήν ὁποίαν ὁ Θεός διά χειρός τοῦ Ἀποστόλου Τίτου ἐφύτευσεν εἰς τήν εὐλογημένην Κρητικήν γῆν καί τά αἵματα καί τά δάκρυα μαρτύρων ἐπότισαν καί ἐμεγάλυνον αὐτήν.

Δέν ἐπιθυμοῦμεν νά μακρυγορήσωμεν κατά τήν παροῦσαν στιγμήν, Περιοριζόμεθα νά τονίσωμεν ὅτι ὡς Μήτηρ Ἐκκλησία εὑρισκόμεθα παρά τό πλευρόν ὑμῶν, ἕτοιμοι πάντοτε εἰς πᾶσαν διακονίαν ὑπέρ τῆς αὐτόθι Ἐκκλησίας. Τά προβλήματα ὑμῶν εἶναι καί ἡμέτερα προβλήματα. Χαίρομεν ὅταν χαίρετε καί κοινωνοῦμεν τῶν τυχόν θλίψεων ὑμῶν. Κοινή ἡ πορεία ἡμῶν πρός τήν πλήρωσιν τοῦ κοινοῦ προορισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν τοῦ πεπιστευμένου ἡμῖν λαοῦ, τοῦ ὁπουδήποτε, ἐν τῇ ἁγίᾳ Ὀρθοδοξία, καί ἡ οἰκοδομή καί ἡ αὔξησις αὐτῆς εἰς Χριστόν ἐν συναφείᾳ πάντοτε πρός τήν μεγάλην πατρικήν ἡμῶν κληρονομίαν.

Ἐπανακάμπτοντες εἰς τά ἴδια μή λείψετε, παρακαλοῦμεν, ἴνα μεταδώσητε τήν ἀπεριόριστον στοργήν τῆς Ἁγίας ταύτης τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας πρός τήν Κρήτην καί τό μήνυμα, ὅτι ἡ ὑπέρ αὐτῆς θεία Λειτουργία συνεχίζεται ἐπί τοῦ Θυσιαστηρίου τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου.»

Ἀγαπητοί μου,

Ὁ Δημήτριος καί μέ τόν πατριαρχικό μανδύα παρέμεινε ἄτυφος, δέν ἄλλαξε. Δέ φρόντισε νά μοιάσει σέ κανέναν ἄλλο. Συνέχισε τή λιτή, ὅπως ὀνόμαζε τή διακονία του μέχρι τότε, στήν ὁποία μόνο ὑπακοή καί θυσία εἶχε δείξει. Μάλιστα, ἡ σεμνότητα, ἡ ἀγαθότητα τῆς μορφῆς του, τό ἱλαρό βλέμμα του, ἡ πονεμένη ἔκφρασή του, φανέρωναν τούς κυματισμούς τῆς σταυρώσιμης πορείας του, στίς μεγάλες ὧρες τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ἐπί Πατριάρχου Δημητρίου πέρασε δύσκολες ὧρες. Τό θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Γορτύνης Τιμοθέου, ὡς Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης πυροδότησε διχασμό στήν Ἱεραρχία. Ἀκολούθησε ἡ λαοπόθητος ἐπανάκαμψη τοῦ γενναίου καί σοφοῦ Ἱεράρχου Εἰρηναίου ἀπό τή Γερμανία στό Καστέλλι, στήν πρώτη του ἀγάπη. Αὐτά τά δυό γεγονότα ἀναστάτωσαν τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης γιά μερικά χρόνια.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος πατρικά συνιστοῦσε ὑπέρβαση τῶν ἀδυναμιῶν, ἑνότητα καί ἀγάπη γιά τό συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μνημειώδη τά γράμματά του. Ἄν ἐκεῖνα τά χρόνια ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ξεπέρασε τόν πειρασμό της καί βρῆκε τό βηματισμό της, ὀφειλόταν στό σεβασμό ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν στόν Πατριάρχη Δημήτριο. Ἐάν δέν ἦταν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τότε, μποροῦσε νά εἶχε προέλθει σχίσμα στήν Ἐκκλησία Κρήτης, ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, μέ ἀπρόβλεπτες ἀκόμη καί ἐθνικές συνέπειες.

Ἕνα – ἕνα καί ὅλους μαζί ὁ Δημήτριος τούς παρακαλοῦσε νά θυσιάσουν τά πάντα, γιά τό κοινό καλό της Μεγαλονήσου, τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί νά κρατήσουν τήν ἑνότητά τους. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί περισσότερο, τούς ἔγραφε, ὅτι ὀφείλουν νά ἀνεβάσουν τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης εἰς ἀνωτέραν περιωπήν. Καί οἱ Ἱεράρχες ἔκαναν ὑπακοή στόν Πατριάρχη τους.

Τί ὡραῖο πράγμα, ὁ Πατριάρχης σου, νά σοῦ τονώνει τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, νά σέ ἀσπάζεται καί νά σέ ἀκεραιώνει μέ τήν ἀγάπη του! Τί ὡραῖο καί θαυμαστό νά βλέπεις τόν Πατριάρχη σου νά ζώνυται λέντιον καί νά πλύνει πόδας!

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἔγινε ἀγαπητός ἀπό ὅλους, γιατί δέν εἶχε τίποτα τό προσποιητό πάνω του. Ὅταν καθόσουν καί μιλοῦσες μαζί του ἦταν τόσο ἁπλός, φιλικός, ταπεινός, ὥστε δέν αἰσθανόσουν ἀμήχανα. Ἡ σιωπή, τά δακρυσμένα μάτια του, φανέρωναν τό μαρτύριό του. Δέν ἐνόχλησε κανένα σ’ ὅλη του τή ζωή. Εὐαίσθητος ἄνθρωπος.

Αὐτούς τούς Ἡγέτες ἀνέδειξε, αὐτούς τούς χαρακτῆρες σμίλεψε, σφυρηλάτησε ἡ περίπυστη Σχολή τῆς Χάλκης. Μ’ αὐτό τό γάλα τῆς ποτνίας Μητέρας ποτίστηκαν καί ποτίστηκαν ὄχι μόνο οἱ ὁμογάλακτοι Ἱεράρχες, ἀλλά καί ὅλη ἡ Ἱεραρχία τοῦ Θρόνου. Εὔχεσθε νά μή μείνει γιά πολύ ἀκόμη μετέωρη ἡ σκυτάλη της.

Ἐνθυμοῦμαι τόν Ἀρχιεπίσκοπο Εὐγένιο καθώς μοῦ ἔλεγε γιά τίς ἀναμνήσεις του ἀπό τήν συμμαθητεία του στή Χάλκη μέ τόν Δημήτριο Παπαδόπουλο, τόν μετέπειτα Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Εἶχαν διαφορά 2 τάξεων. Πάντα ἀφανής ὁ Δημήτριος, ὑπερβολικά σεμνός, πτωχός μά ἐλεήμων στό ἔπακρο, ἐλεημοσύνη πού θά γίνει αἰτία νά μή βεβηλώσει ὁ ὄχλος τόν Ναό στόν ὁποῖο ἐφημέρευε, κατά τά γνωστά γεγονότα τῆς Πόλης.

Ἐνθυμοῦμαι τόν Πατριάρχη Δημήτριο ὅταν, νέος Ἐπίσκοπος, μετέβην στό Φανάρι μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης Τιμόθεο. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος μᾶς ὑποδέχτηκε ὄρθιος στό γραφεῖο του, μέ ἁπλότητα μοναχοῦ, μέ μεγάλη χαρά καί μᾶς ζήτησε πιστότητα στήν Ἐκκλησία, ἐκδαπάνηση γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ράσο του. Δέν ἦταν ἀπό σηρικό νῆμα, ἡ δέ σεβάσμια λευκοπολιός μορφή του ἠλέκτριζε, κυριολεκτικά, τόν χῶρο, σέ ἕνα ἁπλό γραφεῖο πού δέν εἶχε τίποτε τό ἐξεζητημένο.

Ἐνθυμοῦμαι μία σχετική συζήτηση πού ἔγινε στήν τράπεζα τό μεσημέρι τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἄφιξής μας στήν Πόλη. Πάνω στή συζήτηση ἦλθε τό θέμα τῆς ρασοφορίας γενικότερα τῶν κληρικῶν καί πώς ὁρισμένοι ἀπ’ αὐτούς στόν Ἑλλαδικό χῶρο διαμαρτύρονται γιά τό ράσο καί θέλουν νά τό ἀποβάλουν.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, ὁ χαμηλόφωνος μύστης τῆς τοῦ Χριστοῦ ἱερουργίας, ὕψωσε τή φωνή του καί εἶπε: «Νά πεῖτε σ’ αὐτούς τούς κληρικούς ὅτι σέ μᾶς ἐδῶ στήν Πόλη βίαια τό ἀφαίρεσαν καί πώς ποθοῦμε γρήγορα νά ἔλθει ἡ ἡμέρα πού μέ τιμή θά τό ξαναφορέσουμε». Πόσο ἐντύπωση μοῦ ἔκαναν αὐτά τά λόγια! Εἶχαν οὐράνια ἀπηχήματα.

Πατριάρχης Δημήτριος! Ὁ ἀνεπανάληπτος ἱερουργός! Τί σεμνότητα κινήσεων! Τί ἐκφωνήσεις, μέ χαριτόφωνη ὠδή! Τί μεγαλοπρέπεια στή θωριά του! Ὀλύμπιος στό Σύνθρονό του. Μέ τό βαρύτιμο Πατριαρχικό Σάκο. Ἀληθινά, δέν γνωρίζω, ὁ Θεός γνωρίζει, ἐάν ὅταν ἱερουργοῦσε βρισκόταν ἐν σώματι εἴτε ἐκτός σώματος.

Ὁ Δημήτριος μπορεῖ νά μήν εἶχε τό μεγαλεπίβολο τοῦ γιγαντώδους Πατριάρχου Ἀθηναγόρα μέ τή μορφή τοῦ Προφήτου Μωϋσέως, ἀλλά εἶχε ἔκδηλη τήν θεοκοινωνία τοῦ Προφήτου Ἀαρών. Οἱ ἱεροειδεῖς ἐκφωνήσεις του ἦταν στό κλιτόν ὕφος, στό ἠχόχρωμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Τί Σχολή εἶναι αὐτό τό Φανάρι! Καί πόσο μᾶς λείπει σήμερα πού ξένον ἄκουσμα καί ξένα ρήματα ἀντηχοῦνε στό ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι ποθούσαμε νά δοῦμε τόν Πατριάρχη Δημήτριο στήν Κρήτη. Ἡ Ἱεραρχία τόν προσκάλεσε. Ποθοῦσε νά ἔλθει. Ἀγαποῦσε τήν Κρήτη. Δέν τ’ ἀξιώθηκε.

Ὅταν ἦρθε στήν Ἑλλάδα, τό ἔτος 1987, ὅλοι οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἀπό σεβασμό, μετέβησαν στήν Ἀθήνα γιά νά τόν συναντήσουν. Μέ πόση χαρά τούς δέχθηκε, τούς χαιρέτησε, τούς μίλησε. Αἰσθανόταν ἔντονο τό σύνδεσμο τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος μαζί τους.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος στήν Ἑλλάδα. Μεγαλειώδης ἡ ὑποδοχή. Δέν πρόκειται ποτέ μά ποτέ νά ὑπάρξει τέτοιος ἐκκλησιαστικός συναγερμός. Ὅταν βγῆκε στόν ἐξώστη καί χαιρέτησε τά πλήθη ὁ λαός εἶδε στό πρόσωπό του τό θάμβος τῆς Ἱστορίας τῆς Ρωμηοσύνης, τοῦ ἀνέστησε τίς ἐλπίδες τοῦ Γένους. Ὅλοι ὑποκλίθηκαν μπροστά του. Τί μᾶς εἶπε ἀπ’ ἐκεῖνον τόν ἐξώστη μέ τή Μορφή του, μέ τό ταπεινό κουκούλιό του; «Ἐδῶ Φανάρι! Ζεῖ καί θά ζεῖ πάντοτε τό Φανάρι!».

Θά μποροῦσα νά πῶ πώς αὐτή ἡ μυριόστομη ἀποθέωση τοῦ Πατριάρχου ἀπό τίς χιλιάδες τοῦ λαοῦ στήν πλατεία Συντάγματος ἦταν ἡ ἀντήχηση τῆς Ἱστορίας, ἦταν, μετά ἀπό ἐνάμιση αἰώνα, ἡ φωνή τῶν νεοελλήνων πού καταδίκαζε τόν ἐθνοφυλετισμό τῆς Αὐτοκεφαλίας.

Ἦταν ἔγκλημα αὐτό πού ἔκανε ἡ ἡγεσία τοῦ Μάουερ, τοῦ Φαρμακίδη καί τῶν συνεργατῶν τους, νά ἀποκόψουν τόν νέο Ἑλληνισμό ἀπό τόν κορμό τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί νά συντελέσουν στήν ὁριοθέτηση ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν, πού ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικῆ ἐκτροπή, συμφορά, ὄχι μόνο γιά τό Γένος μας ἀλλά γιά ὅλη τήν Ὀρθοδοξία, τίς συνέπειες τῆς ὁποίας ὑφιστάμεθα καί θά ὑφιστάμεθα πάντοτε.

Δόξα τῷ Θεῷ πού εἴμαστε οἱ Κρῆτες κλήματα τῆς εὐκληματούσης ἀμπέλου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί ἔχουμε αὐτό τό μεγάλο προνόμιο ἀλλά καί τήν ἱστορική εὐθύνη, τά ὁποία ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ πρέπει νά διαφυλάξουμε. Τό Φανάρι χαρίζει στήν Κρήτη τήν ὁμοείδιά του, στίξεις ἀντοχῆς ἀγώνων καί θυσιῶν.

Αὐτός, ὁ ταπεινός Πατριάρχης Δημήτριος, ὅταν συναντήθηκε μέ κάποιον πρόκριτο τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καί αὐτός ἀπαιτοῦσε ὁ Πατριάρχης νά βγεῖ καί νά τόν ὑποδεχθεῖ, ὁ Πατριάρχης παρέμεινε ἀταλάντευτος στή θέση του καί μέ εἰλικρίνεια, ὅταν τόν συνάντησε, τοῦ εἶπε ἐκεῖνα τά λόγια πού φανερώνουν τόν ἄνδρα: «Ὡς ἐπίσκοπος σᾶς συγχωρῶ γιά τή στάση σας, ὡς Πατριάρχης τοῦ Γένους δυσκολεύομαι». Ἀνδρεία καί σέβας.

Χωρίς Φανάρι δέν μπορεῖ ἡ Ἑλλάδα νά προχωρεῖ. Δέν ὑπάρχει οἰκουμενικότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δέν ὑφίσταται Γένος χωρίς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Ἀγαπητοί μου,

Θέλω νά κλείσω αὐτή τήν ἀναφορά μου στόν Πατριάρχη Δημήτριο μέ τοῦτα τά λόγια.

Ὁ λιτόβιος Δημήτριος, ὁ ἁπλός παπάς καί Δεσπότης τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ Φερίκιοϊ, ἔκτισε σιγά – σιγά τόν ἑαυτό του μέ ὑλικό τήν ἀγάπη στό Θεό καί στόν ἄνθρωπο. Δέν ἔδωσε ποτέ τόν ἑαυτό του ἀντιπαροχή. Ἄς τόν θεωροῦσαν λίγο καί ἄς τόν παραθεωροῦσαν πολλοί. Ὁ Θεός ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνωσιν αὐτοῦ καί ὁ λίγος ἔγινε διάδοχος καί ἔγινε καί Μέγας.

Τί ἐκπλήξεις κρύβει ἡ Θεία Πρόνοια! Καί ὅσα κατ’ ἀρχάς μᾶς φαίνονται κατά παραχώρησιν, σύν τῷ χρόνῳ μᾶς ἀποκαλύπτονται ὅτι ἔγιναν κατ’ εὐδοκίαν.

Ἡ ἐκλογή καί ἡ ἄνοδός του στόν Πατριαρχικό Θρόνο ἦταν παρ’ ἐλπίδα, γι’ αὐτό ἀναδείχθηκε ὁ ἁγιώτερος τῶν Πατριαρχῶν τῶν ἔσχατων χρόνων, γι’ αὐτό καί ἡ Μορφή του, μέ μόνο τό διάλιθο Πατριαρχικό ἐγκόλπιο, θά εἶναι ἡ διαχρονικότερη.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ὅ,τι πῆρε, ὅ,τι τοῦ ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία τό πρόσφερε ὡς ἀγάπη στό Γένος καί στήν Οἰκουμένη. Ὁ Θεός, διά τοῦ ἐνδοστρεφοῦς Δημητρίου, τόνισε τήν πνευματικότητα τοῦ Θρόνου. Κατέθεσε σ’ αὐτόν ὑπομονή, σιωπή, εὐγένεια.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος δέν πρόδωσε ποτέ τόν ἑαυτό του καί δέν εὐτέλισε μέ τή ζωή καί τίς πράξεις του τήν ἁγία πατριαρχική ἀξία πού ἔφερε. Δέν διέψευσε τίς προσδοκίες τῆς Ἐκκλησίας. Τίς ἐτράνωσε.

Οἱ Πατριάρχες ἔχουν τίτλους καί ὄνομα! Καί ὁ Πατριάρχης Δημήτριος μεγάλυνε τούς τίτλους του. Δέν ἦταν ἀχθοφόρος τους. Τίτλοι πού σημαίνουν θεοσημεῖες ἱερωνυμίας, πού ὁριοθετοῦν ἀπαράγραπτη ἱεροκανονική θεοφροσύνη.

Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος εἶχε ὄνομα! Τί θέλω νά πῶ μέ τοῦτο. Δέν εἶχε ψευδώνυμα, γι’ αὐτό καί θά εἶναι μοναδικός. Εἶπε ναί στόν Θρόνο ὅταν τόν κάλεσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Θρόνος τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων δέν τοῦ εἶπε ποτέ ὄχι.

Τήν ἱστορία τή γράφεις εὔκολα. Ἐκείνη σέ γράφει δύσκολα. Γιά τό Δημήτριο ὅμως ἔγραψε πολλά ἡ ἱστορία, γιατί ἐκεῖνος δέ φρόντισε τίποτε νά γράψει γιά τόν ἑαυτό του. Ἔγραψαν πολλά ἀνάγραπτα γι’ αὐτόν καί τά πιό σημαντικά εἶναι αὐτά πού κατέγραψε ὁ ἐκ τῶν ἐγγυτάτων συνεργατῶν του, προσφιλής ἀδελφός, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κύριος Μελίτων, ὁ Κληρικός πού ἔχει ἀναλώσει ὅλες τίς δυνάμεις του, πού ἔχει δώσει καί τήν ὑγεία του γιά τό Φανάρι, γιά τή δόξα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.

Ὁ Κληρικός ἀπό τήν πολύπαθη καί ἀγαπημένη μας Ἴμβρο, πού μόνο αὐτός μπορεῖ νά μᾶς ἀποκρυπτογραφήσει τούς παλμούς τῆς καρδιᾶς τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καί τούς ἰριδισμούς τοῦ μανδύα του.

Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιά τό Λουκᾶ τόν ἰατρό: «Ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἀγαπητός». Θά μπορούσαμε νά ποῦμε τό ἴδιο καί γιά τόν Μητροπολίτη Μελίτωνα. «Μελίτων ὁ ἀγαπητός» στόν Πατριάρχη Δημήτριο. Εἶναι ὁ ὡραιότερος τίτλος, τά εὔσημα γι’ αὐτόν.

Γι’ αὐτό καί τό ἔργο του ἔχει μοναδική ἀξία. Ὄντως μνημειῶδες. Ἡ Ὀρθοδοξία, τό Γένος, ὅλοι, ὀφείλουμε νά τόν εὐχαριστήσουμε γι’ αὐτό τό πόνημά του, γιά ὅ,τι μᾶς διασώζει, μᾶς πληροφορεῖ, καταγράφει, πού ἔχει σχέση μέ τόν Πατριάρχη Δημήτριο, γιά τούς λόγους, τίς ἐνέργειες, τίς πρωτοβουλίες, τίς πορεῖες του καί πού ἀποτελεῖ θησαυρό στήν ἱστορία τοῦ Θρόνου καί τήν Ὀρθοδοξία.

Θερμότατα συγχαρητήρια καί ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Κρήτης, ἅγιε Ἀδελφέ, γι’ αὐτό τό ἔργο Σας. Ἔχετε τήν εὐχή τοῦ Γέροντός Σας. Τί ἄλλο μεγαλύτερο, ἁγιώτερο ὑπάρχει;

Σεβασμιώτατοι,
Ἐντιμώτατοι,
Ἀγαπητοί μου,

Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Θεός «πλουτίζει καὶ πτωχίζει, ταπεινοῖ καὶ ἀνυψοῖ, ἀνιστᾷ ἀπὸ γῆς πένητα καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψοῖ πτωχόν». Αὐτός «ἐκ τῶν ποιμένων τῶν προβάτων ἀναδεικνύει Ἡγέτην». Τῷ Θεῷ χάρις γιά τόν Πατριάρχη Δημήτριο!

Οἱ Βουλές τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνεξιχνίαστες. Ὁ Θεός ἔπηξε τό Ἀποστολικό Θυσιαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τό καθαγίασε ἱδρῶσι, δάκρυσιν, αἵμασι. Δική Του βουλή εἶναι οἱ Πατριάρχες Του. Δική Του βουλή νά εἶναι Πρῶτο στήν τιμή καί στήν εὐθύνη. Μπορεῖ νά εἶναι κατάστικτον τοῖς μώλωψι, εἶναι ὅμως καί πανσθενουργόν.

Ἄς εὐχαριστήσουμε οἱ Κρῆτες τό Θεό γι’ αὐτό τό ἀκριβό προνόμιο πού ἔχουμε νά εἴμαστε Ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πνευματικά παιδιά καί ἔκγονα τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου. Νά ἱερουργοῦμε, νά πορευόμαστε, νά νιώθουμε ἀσφαλεῖς, ἐν δεσμοῖς ἀϊδίοις, ὑπακοῆς καί ἀγαπήσεως, κάτω ἀπό τό Ὠμοφόριο τοῦ εὐκλεοῦς Πατριάρχου μας Βαρθολομαίου, μέ τήν ὑπερήδιστη ἔκφραση ψυχῆς καί αἰσθημάτων.

Τό θέμα πού μοῦ δόθηκε νά ἀναπτύξω εἶναι: «Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἐν μνήμῃ». Θά μποροῦσα νά μήν σᾶς ἔλεγα τίποτε ἀπό τά παραπάνω, παρά νά καταθέσω τό ἠδύ ἐκχύλισμα τῆς καρδιᾶς του, πού συνθέτει Τόμο ζωῆς: «Δέν μέ ἐνδιαφέρει ἄν θά μέ γράψει ἡ ἱστορία, ὅταν θά πεθάνω. Οὔτε νά μέ θυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι. Τό μόνο πού θέλω εἶναι νά ζεῖ τό Φανάρι, νά ζωντανεύει τήν ἀκοίμητη συνείδηση τοῦ Γένους».

Αὐτά τά λόγια τά ψελλίζουν Μεγάλοι ἄνδρες. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, μέ τή ρέουσα πάντοτε στό μέτωπό του σφραγίδα τοῦ πάθους του, μέ τή χαρισματική του ἀσκητικότητα, εἶναι Μεγάλος στή γή καί στόν οὐρανό, πού θά μιλήσει κάποτε γι’ αὐτόν. Αἰωνία του ἡ μνήμη.