«Πεποικιλμένη  τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερά καί εὐκλεής» μνήμη τῆς Παναγίας «πάντας συνηγάγετο πρός εὐφροσύνην τούς πιστούς» γιά μιά ἀκόμη φορά ἀπόψε. Ἐκείνη, ἡ ὁποία «τούς κοσμικῶς καί χρονικῶς διεσπαρμένους, ὁμοχώρους καί συγχρόνους ποιεῖ», ἡ Μεγάλη Παναγία, συνήγαγε σήμερα ὅλα τά πνευματικά της παιδιά ἐδῶ στήν Νεάπολη, τήν ἄλλη Γεθσημανῆ πού εὐφραίνεται καί καυχᾶται δίκαια γιά τοῦτο τό ἅγιο τέμενος Της, γιά νά πληρωθοῦν οἱ ὑπάρξεις μας ἀπό εὐφροσύνη, ἀπό ἐλπίδα καί φῶς.  
Ἤλθαμε ὅλοι γι’ αὐτόν καί μόνο τόν λόγο, γιά νά χαροῦμε, γιά νά πάρουμε χαρά ἀπό τήν αἰτία τῆς χαρᾶς πού χαριτώνει τούς λογισμούς μας. Αὐτή ἡ ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως καί τῆς εἰς οὐρανούς μεταστάσεως τῆς Παναγίας εἶναι ἡμέρα χαρᾶς, «θυμήρης γάρ, οὐ πενθήρης ἡ παροῦσα πανήγυρις», ὅπως λένε οἱ Πατέρες μας. Αὐτό μᾶς ζητᾶ ἡ Παναγία, ὅπως τό ζήτησε ἀπό τούς ἀποστόλους τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Της, «Μή, φίλοι μαθηταί τοῦ ἐμοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ, μή πένθος ἐργάσησθε τήν ἐμήν χαράν».
 Μέσα ἀπ’ αὐτήν τήν χαροποιό ἐσχατολογική προοπτική «Δεῦτε», εὐήκοοι στήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε διά στόματος τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, «πάντες τῇ Θεοτόκῳ ἐκδημούσῃ συνεκδημήσωμεν. Δεῦτε πρός τόν τάφον κατιούσῃ συγκαταβῶμεν… Δεῦτε περιστοιχίσωμεν τόν ἱερώτατον κράβατον…».
Σεβασμιώτατε,
Σεβαστοί πατέρες,
Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες
καί ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ἤλθαμε, ὡς «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων.. ἐνθάδε» γιά νά  προσφέρομε στήν Παναγία τά μῦρα τῆς εὐγνωμοσύνης καί τά ἄνθη τῆς ἀγάπης μας καί γιά νά τῆς ἀποδώσομε τά εὐχαριστήρια μεγαλυνάρια μας, ἀφοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία μας γνωρίζομε καί ζοῦμε τό μεγάλο μυστήριο πού περιβάλλει τό ἱερό πρόσωπο της, πὼς δηλαδή ὁ Θεός Λόγος χωρίς νά ἀφήσει τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά, κατέβηκε καί σαρκώθηκε «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί ἐξ αὐτῆς» «διά τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». «Ἄξιον ἐστί μακαρίζειν» Αὐτήν γιά τήν συνεργία της στήν προσωπική μας σωτηρία.
Ἤλθαμε γιά νά πανηγυρίσομε ἐνθέως, νά ἀναπέμψομε ἐξόδιους ὕμνους καί νά ἐγκωμιάσομε τά ἐπικήδεια Αὐτῆς πού ἔφερε στόν κόσμο τήν πηγή τῆς ζωῆς, γιά νά ἐγκωμιάσομε τά διαβατήρια της ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν πού μᾶς ἔβγαλαν καί τό δικό μας διαβατήριο γιά τόν οὐρανό ὅπως λέγει ὁ Λέων ὁ Σοφός. «Γῆθεν πρός οὐρανούς διαπορθμευομένη, ἡ διαβατήριον τοῖς ἐν γῇ γενομένῃ προς τά οὐράνια».
Ἦλθαμε γιά νά ὑψωθοῦμε πάνω ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες καί ἔτσι, μ’αὐτήν τήν προϋπόθεση, νά συναντήσομε τὴν Κυρία καί Δέσποινά μας, τὴν Μητέρα καί Ἐλπίδα, τὴν καταφυγὴ καί τό ἀγαλλίαμά μας, νά Τῆς δώσομε ὅ,τι ἔχομε «καρδίας, χείλη, ὄμματα μέτωπα, εἰλικρινῶς προσάπτοντες τῷ τάφῳ» Της καί νά πάρομε «ἰαμάτων ἄφθονα χαρίσματα ἐκ πηγῆς ἀεννάου βλυστάνοντα», σέ μιά μοναδική σχέση ἀντίδοσης πού γίνεται ἐφικτή μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦλθαμε τέλος γιά νά προσεγγίσομε στό μεγάλο μυστήριο πού περιβάλλει τήν κοίμησή της, στό πώς «καθορᾶται σήμερον ἡ ζωηφόρος νεκροφόρος, ἡ θεόμιλος ἄφωνος, νεκρά καί ἄπνους ἐπί κλίνης κειμένη».
Ἀτενίζομε ἀπόψε «χωρίς πνοή Ἐκείνην, πού διοχέτευσε στόν κόσμο τήν αὐθεντική καί κατεξοχήν Πνοή, τήν ἴδια τή Ζωή.» Ὅμως, γνωρίζομε βαθειά πώς στόν θάνατο Αὐτῆς ποῦ ὑπῆρξε μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Αὐτῆς ποῦ ἔδωσε ζωή στόν Σωτήρα καί Κύριό μας καί ποῦ Τοῦ δόθηκε ὁλοκληρωτικά μέχρι τέλους, ἡ Ἐκκλησία ἀνακάλυψε καί βίωσε τόν θάνατο ὄχι ὡς φόβο καί ἔσχατη ἀποτυχία ἀλλ’ ὡς πλήρωμα αὐθεντικῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς καί ἀπαρχή ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου.
«Ὁ θάνατος τῆς Παναγίας μας, ὅπως ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι θάνατος ἀλλά «ζωοκοίμητος μετάστασις» καί ἀποτελεῖ προοίμιο τῆς μεταστάσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Στήν Κοίμηση Της, μᾶς ἀποκαλύπτεται ὅλο τό χαρμόσυνο μυστήριο αὐτοῦ τοῦ θανάτου ποῦ μεταποιεῖται σέ χαρά δική μας, τοῦ καθενός προσωπικά, ἐπειδή ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἕνας ἀπό μᾶς».  Γι’ αὐτό καί δέν μᾶς προκαλεῖ πένθος καί κατήφεια, ἀλλά χαρά καί εὐφροσύνη τό γεγονός, ἀφοῦ δέν τήν ἐχώρισε ἀπό τόν κόσμον «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπε», μᾶλλον δέ ἀνεπτέρωσε καί τίς ἐλπίδες καί κατήργησε τήν ἀπόγνωση τῆς φθορᾶς ἀφοῦ ἡ Παναγία μας «τάφον οἰκήσασα ἔδειξε παράδεισον», παράδεισον γιά ἐμᾶς πεφυτευμένον.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς μαθαίνει μέσα ἀπό τήν ἁγιοπνευματική της παράδοση καί ἐμπειρία πώς ἡ Παναγία μας ὡς θυγατέρα τοῦ Ἀδάμ, ὡς ἄνθρωπος καί ὄχι ὑπεράνθρωπος ἤ θεά, ὑποκειμένη στούς νόμους τῆς φύσεως, ὅπως ὅλοι «οἱ σάρκα φοροῦντες καί τόν κόσμον οἰκοῦντες», πέθανε. Ὡς μητέρα ὅμως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, ὡς «μήτηρ καί πηγή τῆς ζωῆς» μετέστη πρός τήν ζωήν διά μέσου τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε γι’ αὐτήν φοβερός ἀλλά «καλλίστη ἐκδημία, ζωτική μεταβίωσις, θεία μετάστασις» γιά νά χρησιμοποιήσομε ἐκφράσεις τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός  ὁμολογεῖ καί κηρύττει πώς ἡ Παναγία μέ τήν κοίμηση της ὡς «πηγή τῆς Ζωῆς», «πρός τήν ζωήν διά μέσου τοῦ θανάτου μετάγεται»., «ὡς θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδάμ τάς πατρικάς εὐθύνας ὑπέρχεται καί «φυσικῶς» ἡ ἁγία της ψυχή «τοῦ ἀκηράτου χωρίζεται σώματος, καί τό σῶμα τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται». Ἡ «ταφή» αὐτή τοῦ σώματος τῆς Παναγίας γίνεται, λέγει ὁ ἱερός πατέρας ἵνα «τό ἐκ γῆς συντεθέν παλινοστήση πρός γῆν», γιά νά ἀποβάλη ἐκεῑ «τό θνητόν» καί νά ἐνδυθῆ «τό ἄφθαρτον», τό πνευματικόν καί φωτεινόν σῶμα «τῆς ἀφθαρσίας».
 Τό ἀκήρατο σῶμα τῆς Παναγίας δέν ὑπέκυψε στήν φθορά ἀλλά ἀφθαρτοποιήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον πού εὐδόκησε νά σαρκωθεῖ ἀπό αὐτήν. Ἡ μεταθανάτια δόξα τοῦ σκηνώματος Της εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σχέσεώς της μέ τόν Χριστό θά πεῖ ἕνας ἄλλος πατέρας, ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. «Διά τοῦτο τό γεννῆσαν οἰκότως σῶμα συνδοξάζεται τῷ γεννήματι δόξῃ θεοπρεπῆ καί συνανίσταται».
Στήν ἄφθορη κοίμηση τῆς Παρθένου Μαρίας ὁ θάνατος γίνεται «αὐγή μυστικῆς ἡμέρας», γίνεται Πάσχα, διάβασις ἀπό τῶν λυπηροτέρων ἐπί τά θυμηδέστερα.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ἡ Παναγία ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη, εἶναι ἡ ἱερώτερη ἀνθρώπινη ὕπαρξη τήν ὁποία ἐχρησιμοποίησε ὁ Θεός γιά τήν ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί ὡς μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου Του, ὅπως γράφει ὁ μεγάλος Πατέρας  Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, "ὅλῃ ὅλῳ τό τῆς Ἐκκλησίας Νυμφίῳ ναοποιηθεῖσα τῷ τῆς ἐνσαρκώσεως θαύματι" ἔγινε Ἐκκλησία καί ἐγέννησε τήν Ἐκκλησία ἀφοῦ ὁ Χριστός «Ἐκκλησίας σάρκα ἀνέλαβεν». Αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι «ἡ νέα ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ καινούργια χαρά, ἡ κοινωνία, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση, ἡ συγχώρηση, ἡ καταλλαγή καί ταυτόχρονα ἡ ἀνάληψη, ἡ μεταμόρφωση, ἡ θέωση, ἡ εἰρήνη μας» καί τῆς ὁποίας μητέρα εἶναι ἡ Παναγία, εἴμαστε καί θά εἴμαστε  πιστά μέλη, ἄς μᾶς καλοῦν οἱ σειρῆνες τοῦ σύγχρονου κόσμου νά τήν ἐγκαταλείψομε. Πιστεύομε καί ὁμολογοῦμε πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἰώνια διάβαση μας ἀπό τό παλιό στό νέο, ἀπό τόν κόσμο τοῦτο στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί πώς «ἡ τέλεια ἔκφραση της καί ἡ πιό οὐσιαστική κίνηση της εἶναι ἡ Παναγία».
Γιά μία ἀκόμη φορά ἀπόψε αἰσθανόμαστε καί ὁμολογοῦμε πώς ἡ Παναγία εἶναι γιά ἐμᾶς «ἡ πεμπτουσία τῆς θείας Ἀγάπης ἡ τελειότερη ἔκφραση τῆς καλωσύνης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς στοργῆς, τῆς ὑπακοῆς, τῆς θυσίας, ὅλων αὐτῶν πού ἐσφράγισαν αἰώνια τό ἀληθινό μεγαλεῖο της.»
Ἀγαποῦμε πολύ τήν Παναγία μας, αἰσθανόμαστε διαρκῶς τήν θεομητορική παρουσία της, ἡ ὁποία νικᾶ τό θάνατο, καταργεῖ τίς ἀποστάσεις καί γεμίζει τά πάντα παρηγοριά καί ἐλπίδα. Ἐκείνη εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἡ σκέπη τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἀκαταίσχυντος προστασία τῶν χριστιανῶν, ἡ Μητέρα ὅλων ἀδιακρίτως τῶν ὑιῶν τοῦ Θεοῦ καί  ἰδιαίτερα ἡ ἐσταυρωμένη Μητέρα ὅλων ἐμᾶς τῶν ἐσταυρωμένων ἀνθρώπων, ὅλων ἐμᾶς τῶν κοπιώντων καί πεφορτισμένων, τῶν ἁμαρτανόντων καί  μετανοούντων, γιά τούς ὁποίους ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία.
Εἶναι ὁ καλύτερος προστάτης στὰ βήματα καὶ στὰ προβλήματά μας. Στὴν ξηρασία τῆς ἐποχῆς μας μία σκιὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ξεκουράσει, ἡ σκιὰ τῆς μεγάλης ἀγάπης τῆς Παναγίας μας. Σ’ αὐτὴ τὴ σκιὰ, σ’ αὐτὴν τὴν σκέπη ὅλοι ἔχουμε θέση. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἑκούσια ἢ ἀκούσια συχνά τὴν ἐγκαταλείπομε, ἐκείνη δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἀρνούμαστε καί εἰρωνευόμαστε τίς ἀρετές πού ἔζησε ἤ βγάζομε τήν εἰκόνα της ἀπό τά σπίτια μας καί τοποθετοῦμε στό εἰκονοστάσι τῆς καρδιᾶς μας τά εἴδωλα πού μᾶς προσφέρει ὁ κόσμος, ἐκείνη μᾶς συγχωρεῖ ὅταν μετανοοῦμε εἰλικρινά γι’ αὐτά καί ἐπιστρέφομε.
Γιά ὅλους, λοιπόν, αὐτούς τούς λόγους ἤλθαμε ἐδῶ ἀπόψε, ὅσοι κατοικοῦν αὐτόν τόν ὄμορφο τόπο ἀλλά καί τά ἀπόδημα πνευματικά παιδιά τῆς Μεγάλης Παναγίας. Καί ἔχει μεγάλη σημασία ὁ ἐρχομός μας, ἡ ταπεινή ἀπάντηση μας στή Θεομητορική κλήση Της. Ἡ Παναγία, τό πιστεύω,  μᾶς συνήγαγε καί αὐτή ἡ συναγωγή, ὁ ἐρχομός μπροστά στόν ἐπιτάφιο της εἶναι ὄχι τοπική ἀλλά τροπική κίνηση τῶν ὑπάρξεων μας, ὄχι ἁπλά μετάβαση ἀλλά μετάνοια καί ἐπιστροφή. Καί ἡ συνάντηση μας μπροστά Της καί μαζί Της, καταδεικνύει τήν αὐθεντικότητα τῆς διαπροσωπικῆς μας κοινωνίας, πού Τήν ἔχει κέντρο εὐχαριστιακῆς ἀναφορᾶς, καί τήν ὁποία καμμία διαδικτυακή ἐπικοινωνία, ὅσο προηγμένη τεχνολογικά κι ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει,
Σεβασμιώτατε Γέροντα, Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν μεγάλη εὐλογία πού μοῦ δώσατε καί πάλι ἀπόψε, τήν εὐλογία αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς, καί ὁμολογῶ πώς Σᾶς βλέπω δίπλα στόν Ἐπιτάφιο τῆς Μεγάλης Παναγίας μας ἐδῶ καί δεκαοκτώ χρόνια σάν τόν Ἰάκωβο τόν Ἀδελφόθεο καί σάν τόν Ἅγιο Ἱερόθεο μέ τό Εὐαγγέλιο στο χέρι, σκυμμένο πλάϊ Της σέ στάση δεητική, νά εὔχεσθε καί νά παρακαλεῖτε γιά τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν λαό τῆς εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας Σας, νά εὔχεσθε γιά τήν εὐστάθεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν προκοπή τοῦ τόπου.
Ἐκείνη, εὔχομαι, νά ἐπακούει πάντα τίς ἐντεύξεις Σας καί νά σκεπάζει τό Ἱερό ὡμοφόριο Σας ὑπό τήν σκέπη τοῦ μαφορίου Της. Ἐμεῖς ὅλοι, τά «ἐγγύς καί τά μακράν» πνευματικά Σας παιδιά,  δι’ εὐχῶν Σας, ἐπικαλούμαστε, γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἀντίληψη καί τήν ἀρωγή Της στή ζωή μας καί πρό πάντων στόν ἀγῶνα γιά τήν σωτηρία μας.
Ταῖς πρεσβείαις αὐτῆς εἴθε ὁ Κύριος μας νά λυτρώσει ἐκ τοῦ θανάτου τάς ψυχάς ἡμῶν, γιά νά συνεχισθεῖ αἰώνια ἡ εὐφροσύνη καί ἡ χαρά πού αἰσθανόμαστε καί ζοῦμε κοντά Της καί μαζί Της ἀπόψε.