Του Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας καί Χερρονήσου κ. Νεκταρίου.

Ζούμε ημέρες ποικίλων κρίσεων και έχουμε ανάγκη από ορόσημα στο χρέος, Μορφές που πορεύτηκαν με τόλμη και ήθος, που συνέβαλαν με την παρουσία τους στην υπέρβαση των κρίσεων της εποχής τους.

Μία τέτοια Μορφή αναδύεται από τη ζωοδότρα μνήμη της Εκκλησίας η Μορφή του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου. Εφέτος συμπληρώνονται 36 χρόνια από την κοίμηση του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος απεβίωσε αιφνίδια την 7η Φεβρουαρίου 1978, μόλις 66 ετών, στο Λονδίνο, όπου είχε μεταβεί για να υποβληθεί σε εγχείρηση αφαίρεσης νευρινώματος από τον εγκέφαλο.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος καταγόταν από τη Βουλισμένη Μεραμβέλλου, είχε φοιτήσει στο ιστορικό Γυμνάσιο Νεαπόλεως. Καλλιέργησε την μοναχική κλίση του κοντά στο θείο του, Ιερομόναχο Καλλίνικο Ψαλιδάκη, που ήταν επιστάτης στη Μετοχιακή Ιερά Μονή Ξερών Ξύλων. Ενεγράφη ως Μοναχός στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη. Φοίτησε ως υπότροφός της στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Εκεί χειροτονήθηκε Διάκονος. Από το έτος 1936 υπηρέτησε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος και Πρωτοσύγκελλος στην Ιερά Μητρόπολη Κρήτης και καθηγητής στο Παλλάδιο Λύκειο.

Το Δεκέμβριο του 1945 εξελέγη Επίσκοπος Αρκαδίας και χειροτονήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1946. Το Μάιο του 1950 εξελέγη Μητροπολίτης Κρήτης και ενθρονίστηκε στις 29 Ιουνίου, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά.

Έζησε χρόνια δύσκολα, κατοχής, εμφυλίου πολέμου, ποικίλων εκτροπών. Αντιμετώπισε έσωθεν μάχες και έξωθεν πολέμους. Η δράση του την Γερμανική Κατοχή ήταν ομολογουμένως θαυμαστή. Ο θρυλικός π. Ευγένιος διέσωσε πολλούς ανθρώπους από την εκτέλεση, συνέβαλε στην υπέρβαση, στην αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων, κράτησε την αξιοπρέπεια και το κύρος της Εκκλησίας υψηλά. Του το αναγνώρισε η Πολιτεία, ο λαός. Αυτός απαίτησε την εκλογή του ως Επισκόπου και ως Μητροπολίτου.

Ως Μητροπολίτης εκόσμησε την Εκκλησία του με πολλούς νέους μεγαλοπρεπείς Ιερούς Ναούς, με ευαγή Ιδρύματα προστασίας ορφανών παιδιών, οικοτροφεία μαθητών, με οικοκυρικές σχολές, με κατασκηνώσεις, με πνευματικά κέντρα κλπ. Είχε αγκαλιάσει όλες τις ηλικίες. Είχε θεμελιώσει και ανεγείρει γηροκομείο που δεν πρόλαβε να το λειτουργήσει. Είχε συστήσει ιδιωτικό Δημοτικό σχολείο που το λειτούργησε για αρκετά χρόνια και θα λειτουργούσε και ιδιωτικό Γυμνάσιο σε χώρους που είχε διαμορφώσει.

Ανέδειξε πολλούς Κληρικούς, έδωσε υποτροφίες σε σπουδαστές και φοιτητές, στήριξε ποικιλότροπα δοκιμαζόμενους ανθρώπους. Η μεγάλη του αρετή ήταν η φιλοπτωχεία, η ευαγγελική ελεημοσύνη του. Κανένας δεν υποπτεύθηκε, όσο ζούσε, ότι ήταν πάμπτωχος. Αυτό φανερώθηκε μετά την κοίμησή του. Κυριολεκτικά ήταν πένης. Δεν είχε τίποτε. Ούτε χρήματα, ούτε περιουσία. Τι μεγαλείο κληρικού! Αυτό επικυρώνει την αξιοπιστία της διακονίας του.

Αντιμετώπιζε τα καθημερινά έξοδα με τη συνδρομή ορισμένων αφοσιωμένων πνευματικών του παιδιών, αφού τα χρήματα του μισθού του τα κατέθετε στην Εκκλησία. Και ποτέ δε μιλούσε γι’ αυτό. Αυτό πρέπει να λέγεται γιατί βλέπουμε σήμερα να σαλπίζεται η ελεημοσύνη, η προσφορά του μισθού μας και να εμπορευματοποιείται η φιλανθρωπία. Αν γίνεται αυτό τότε όλοι αυτοί που το πράττουν, όπως γράφει το Ευαγγέλιο, «απέχουσι τον μισθόν αυτών». Η ταπεινολογία είναι ο χειρότερος εγωισμός.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος ήταν ο Κληρικός της σεμνότητος, της φιλοκαλίας και της ιεροπρέπειας. Λειτουργούσε το χάρισμά του τόσο μεγαλόπρεπα, που συγκινούσε τους πάντες. Κατείχε την τέχνη του Πρώτου, επιβαλλόταν, ηλέκτριζε η παρουσία του. Η μορφή του δημιουργούσε ατμόσφαιρα πνευματικότητος. Σεμνές οι κινήσεις του, ανεπιτήδευτο το βάδισμά του, ιλαρό το πρόσωπό του. Χαμηλόφωνος, χωρίς πολλά πρέπει στο λόγο του, χωρίς συστάσεις και ηθικολογίες και πάντοτε προετοιμασμένος.

Ο Ευγένιος δημιούργησε σχολή λειτουργικής ευταξίας. Γνώριζε πολύ καλά, επέβαλε και τηρούσε την πατριαρχική τάξη. Αυτή που διασώζει το μεγαλείο της Ορθοδόξου λατρείας, που σήμερα, δυστυχώς αγνοείται ή και περιφρονείται. Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία. Γι’ αυτήν και μόνο ζούσε. Αναφορά καθημερινή γι’ αυτόν ήταν η Εκκλησία, η δόξα και η τιμή της. Όλα για την Εκκλησία. Τίποτε για τον εαυτό του. Δεν τον ενδιέφερε αν τον κατηγορούσαν. Πρόσεχε να μην κατηγορούν την Εκκλησία.

Αξιώθηκε να κρατήσει στα τίμια χέρια του την Πανσεβάσμια Κάρα του Αγίου Τίτου, που μετά από 300 χρόνια, επανήλθε στην Κρήτη. Τιμήθηκε το πρόσωπό του με πολλά παράσημα. Έζησε στιγμές δόξης της Εκκλησίας, πολλά ιστορικά γεγονότα, όπως η ανύψωση της Ιεράς Μητροπόλεως σε Ιερά Αρχιεπισκοπή και εκείνου ως Αρχιεπισκόπου. Τίποτε όμως απ’ αυτά δεν αλλοίωσε τον άτυφο χαρακτήρα του.

Ήταν αφοσιωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πιστός άχρι θανάτου. Ιδιαίτερα αγαπούσε και τιμούσε τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον διαπρεπή Μητροπολίτη Μελίτωνα. Σφυρηλάτησε και ισχυροποίησε τους κανονικούς δεσμούς με τη Μητέρα Εκκλησία, γεγονός για το οποίο πολλοί τον κατηγόρησαν. Όμως αυτός έβλεπε μακριά. Γνώριζε ότι η ευστάθεια της Εκκλησίας Κρήτης εξαρτάται από τους ισχυρούς και ακατάλυτους δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και καθημερινά γι’ αυτό δικαιώνεται.

Στην Εκκλησία της Κρήτης στάθηκε όρθιος, αταλάντευτος σε πολλές παραφορές προσώπων και δύσκολων καταστάσεων, που κυοφορούσαν εκτροπές και εκπτώσεις στην εκκλησιαστική ζωή. Ο λαός της Κρήτης, ως γνωστόν, είναι φιλογενής, έχει έντονα τα ζώπυρα της ευσέβειας. Η αγάπη  όμως αυτή και η φιλογένεια των Κρητικών, πολλές φορές εκδηλώνεται και με ακραίες συμπεριφορές τοπικιστικών εκδηλώσεων, που δημιουργούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Όλοι τις έχουμε ζήσει. Ο Ευγένιος τις αντιμετώπισε με σύνεση, με διάκριση. Δεν ενεργούσε αποσπασματικά, παρορμητικά. Άφηνε μάλιστα το χρόνο να κατασταλάξει πάθη και αδυναμίες. Αγαπούσε όλη την Κρήτη και καλλιεργούσε τον υγιή συγκρητισμό. Δεν ήταν λαϊκιστής. Δεν ήθελε οπαδούς. Μισούσε την υποκρισία, τους ευσεβισμούς, τους νοσηρούς γεροντισμούς.

Η Αρχιερατεία του ήταν ένας μεγάλος σταυρός. Ο Γολγοθάς του είχε επιτήδεια στηθεί από ημερομίσθιους της εξουσίας που μετέτρεψαν το λαό σε όχλο, με πολλούς παραπορευόμενους, πολλούς αγνώμονες, αχάριστους, πολλούς που τον πότισαν όξος και χολή, σύνηθες φαινόμενο στους ανθρώπους του Θεού, αλλά και με ελάχιστους Κυρηναίους.

Ο Ευγένιος, τα δύσκολα αυτά χρόνια, ζούσε μέσα στην Αρχιεπισκοπή, με παρηγορία τη μοναδική και αφοσιωμένη αδελφή του, με πρόσωπα που διέκριναν τα στίγματα του μαρτυρίου του. Λογισμός κατάκρισης δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του για τα πρόσωπα που, εδώ και αλλού, τον πίκραναν, που τον αδίκησαν.

Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε σε φρικτή δοκιμασία, αμφισβήτησης ακόμη και της εθνικής του προσφοράς. Πρόσωπα ιδιοτελή, ευεργετηθέντα ποικιλότροπα απ’ αυτόν, εξύφαναν την εξόντωσή του, εθελοκακούργως. Αυτός προσευχόταν γι’ αυτούς και τους συγχωρούσε. Έγραφε: «Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην. Τας πικράς δοκιμασίας μου αφήνω εις την δικαίαν κρίσιν του Θεού, όστις δικαιοσύνας ηγάπησεν». Και όντως αποδόθηκε δικαιοσύνη από τη δικαία κρίση του Θεού. Αυτοί που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα καταλαβαίνουν τι εννοώ.

Ο πόλεμος ήταν ανελέητος. Ήταν τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αναδεικνύονταν πολλοί αντιστασιακοί, έντρομοι στις παιδίσκες του όχλου. Αυτός ήταν μόνος του. Οι πάντες σιωπούσαν. Δεχόταν τα πυρά κληρικών κάθε βαθμού και λαϊκών, που συκοφαντούσαν, διέβαλαν το πρόσωπό του, προέβαλαν προσκόμματα στο έργο του. Μέσα σ’ αυτόν τον πόλεμο τον συμβούλευσαν μερικοί να καταφύγει στο δικαστήριο για να ζητήσει τη δικαίωσή του. Ο ίδιος δεν το ήθελε. Το έπραξε για το κύρος της Εκκλησίας. Οι συκοφάντες καταδικάστηκαν, ο ίδιος αθωώθηκε. Δε ζήτησε την τιμωρία τους. Τι μ’ αυτό όμως; Ποιος έδωσε σημασία; Τα συμφέροντα ήταν πολλά και το σχέδιο της εξόντωσής του και της διαδοχής του ήταν καλά προετοιμασμένο.

Μέσα σ’ όλο αυτόν τον ορυμαγδό του ποικίλου πολέμου ήταν επόμενο να λυγίσει. Ήθελε να παραιτηθεί. Προέκυψε όμως αιφνίδια η αρρώστια του. Νοσηλεύθηκε λίγες μέρες στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο των Αθηνών, ζήτησε να εξομολογηθεί και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, όπου εγχειρίστηκε. Επτά μέρες μετά την εγχείρησή του έπαθε ανακοπή, ενώ η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ καλή. Είχε προαισθανθεί την αναχώρησή του και έλεγε: «όπου και να με πάτε, θα με γυρίσετε σε ξύλινο κουτί».

Τα έξοδα της μεταφοράς του από την Κρήτη στο Λονδίνο και από το Λονδίνο στην Κρήτη, όλα τα έξοδα της νοσηλείας του, τα ανέλαβε ο Όμιλος Βαρδινογιάννη. Εκεί εργαζόταν ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος Ανδρουλάκης και φρόντισε γι’ αυτό.

Μετά το θάνατό του χιλιάδες λαού συνάχθηκαν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, τέσσερις μέρες, που ήταν το προσκύνημα του σεπτού λειψάνου του, για να το ασπασθούν. Όλοι αναφωνούσαν με δάκρυα: «όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν». Ήταν όμως αργά. Τότε και αργότερα κατάλαβαν πολλοί την αξία του, που δεν την είχαν υποπτευθεί. Τον είχε κερδίσει ο ουρανός, που θα μιλήσει κάποτε γι’ αυτόν.

Αυτός, μέσα σε λίγες γραμμές, ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος. Και τα γράφω αυτά όχι για να τον επαινέσω, αλλά για να μάθουν γι’ αυτόν οι νέοι άνθρωποι, που δεν τον γνώρισαν, που δεν απήλαυσαν την ευεργεσία του. Η Εκκλησία της Κρήτης τον ενθυμείται με ευγνωμοσύνη. Οι άνθρωποι του Θεού δεν πεθαίνουν. Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι. Στο Θεό δεν υπάρχουν πεθαμένοι και ζωντανοί. Όλοι είναι ζώντες.

Αυτό που θέλω να μαρτυρήσω είναι ότι, αυτά τα χρόνια που μας λείπει, προσπαθούμε, όσοι τον γνωρίσαμε, να βαδίζουμε τον δρόμο της ευθύνης, της αποστολής μας, έχοντας αυτόν πρότυπο. Τα κεφάλαια της συνοδικής διαγνώμης, της αρχιερατικής διακονίας, της φιλανθρωπικής αλληλεγγύης, της ευαγγελικής απλότητος, της αγαθής συνειδήσεως και πατερικής αξιοπρέπειας, που εκείνος συνέθεσε, είναι ανεπανάληπτα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος ήταν κόσμημα της Εκκλησίας.