«Μνήμη μετ’ εγκωμίων»

Του Πρωτοσυγκέλλου

της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου

Αρχιμ. Τίτου Ταμπακάκη

Συμπληρώθηκαν ήδη σαράντα ημέρες από την κοίμηση του πολυσεβάστου και αγαπητού μας λευίτου, πατρός Ιωάννου Φούσκη.  Αφορμή αυτής της προσωπικής μου συγγραφής είναι η απότιση φόρου τιμής σε ένα κληρικό με ανεπίληπτο ήθος, πνευματικότητα, σεμνότητα και ιεροπρέπεια.

Ο πατήρ Ιωάννης σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή της τοπικής μας Εκκλησίας. Θα λείψει πολύ σε όλους εμάς που τον ζήσαμε στις αυλές της Μεγάλης Παναγίας ιερουργούντα και αργότερα, όταν τον εγκατέλειψαν οι σωματικές του δυνάμεις, συμπροσευχόμενο στο Ιερό. Τον σεβόμασταν πολύ. Οι εφημέριοι, τα παιδιά που διακονούν στο Άγιο Βήμα, όλοι οι Μεγαλοπαναγίτες.  Όταν εισερχόταν στο Ιερό σηκωνόμασταν όρθιοι και τρέχαμε να του ασπαστούμε το χέρι. Εισερχόταν «ο παππούς μας», όπως τον αποκαλούσαμε. Ευθυτενής, μεγαλοπρεπής, σεβάσμιος λευκοπολιός, ακουμπούσε σε ένα ωραίο ξύλινο μπαστούνι, στολισμένο από φίλντισι, που του είχε δωρίσει ο Μακαριστός Μητροπολίτης κυρός Νεκτάριος και ως άλλος Μωϋσής, χάρασσε σταυρό επ’ ευθείας ράβδω στη συνείδησή μας και γινόταν «ξηρά οδός ή υγρά», για να  «διαπεράσουμε την ρέουσαν του βίου  διάβασιν».

Ο παπά Γιάννης ήταν πολύ φιλακόλουθος. Ακαινοτόμητος στη θεία λατρεία και την προσωπική του ζωή. Παλιά στόφα ιερέως. Είχε βιώματα, πολλά βιώματα. Έζησε κοντά σε παραδοσιακούς αρχιερείς, τον μακαριστό Μητροπολίτη Κρήτης και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο από τον οποίο έλαβε τον  πρώτο και δεύτερο βαθμό της ιερωσύνης, τον μακαριστό Επίσκοπο Πέτρας Διονύσιο, τους Μητροπολίτες Δημήτριο και Νεκτάριο και τον νυν Μητροπολίτη μας κ. Γεράσιμο.

Επιθυμούσε να δίνει το παρόν, να εκκλησιάζει την ύπαρξή του, να κοινωνά αδιαλείπτως του Αχράντου Σώματος και του Τιμίου Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Θα μου μείνει αξέχαστη η χαρά και η λάμψη του προσώπου του, όταν με  πόθο προσέγγιζε την Αγία Τράπεζα και λάμβανε «τον μελιζόμενον και μη διαιρούμενον, τον εσθιόμενον και μηδέποτε δαπανώμενον» Ιησού Χριστό στα τίμια χέρια του, ποθώντας τον αγιασμό και την ένωσή με τον «πυρπολητή» της καρδίας του, τον Κύριο και Θεό του.

Θα μείνει έντονα χαραγμένη στη μνήμη και την καρδιά μου η τελευταία φορά που προσέγγισε το Ιερό Θυσιαστήριο της Μεγάλης Παναγίας. Ήταν εμφανώς καταβεβλημένος. Πλησίασα να τον βοηθήσω και εισέπραξα από αυτόν τη μειλίχια απάντησή του: «Άφησέ με, θα τα καταφέρω μόνος μου…». Φαίνεται ότι προαισθανόταν όπως κάθε άνθρωπος του Θεού την έξοδό του από αυτή τη ζωή και θέλησε να σταθεί έμπροσθεν της Αναιμάκτου Θυσίας για τελευταία φορά με δύναμη ψυχής τε και σώματος, «ανενόχως και ακατακρίτως», όπως έπραττε σε όλη του τη ζωή κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Και ήταν οι Θείες Λειτουργίες που τέλεσε ο πατήρ Ιωάννης πολλές και αμέτρητες.

Μου άρεσε πολύ όταν συζητούσαμε, όταν τον προέτρεπα να μου διηγηθεί τα της ζωής του, τα των περιπετειών του στα απομακρυσμένα μετόχια της Επαρχίας του Μεραμβέλλου όπου διηκόνησε σε καιρούς δύσκολους, χωρίς ανέσεις και πολυτέλειες. Τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, όταν διηγείτο τις αναμνήσεις αυτές, όταν ενθυμείτο τους αγαπημένους ενορίτες του. Ταξίδευε υπομονετικά με το γαϊδουράκι του, υπό τον καύσωνα της ημέρας και το κρύο του καταχείμωνου για να φτάσει εγκαίρως στο ποίμνιό του, να μην το αφήσει μόνο και αλειτούργητο. Πιστός στο χρέος δεν υπολόγιζε κόπους και μόχθους, δεν λιποψύχησε, δεν δειλίασε, δεν γονάτισε, δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε μια στιγμή. Στη ζωή του μπορεί να ήταν δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος της χαράς, που του χάριζαν οι φιλόξενοι καί ανεπιτήδευτοι κάτοικοι των μετοχίων μας.

Εκεί στα ακρώρεια της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας έβλεπαν τον παπά Γιάννη οι χριστιανοί και δεν αισθάνονταν μοναξιά, δεν αισθάνονταν εγκατάλειψη. Η καμπάνα που χτυπούσε εν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία τους έδιδε πνοή ζωής. Ως άλλος Νώε κτυπούσε το τάλαντο για να συνάξει τα λογικά πρόβατα στην κιβωτό της παν-αγάπης του Θεού, τον Ιερό Ναό. Αισθάνονταν ότι κάποιος τους νοιαζόταν και αυτός ήταν ο ευλαβέστατος εφημέριός τους που «δεν εφοβείτο το μικρόν ποίμνιον», που ξεκινούσε τη Θεία Λειτουργία όταν είχαν συναχθεί όλοι επί τω αυτώ, όπως έλεγε, για να «ποιήσει το Ευλογητός» της παντοδυναμίας του Θεού.

Ως καλός ποιμήν γνώριζε τα πρόβατα της ποίμνης του κατ’ όνομα. Γι’ αυτό όταν κάποιος απουσίαζε από την Ιερά Ακολουθία έστελνε να του χτυπήσουν την πόρτα μήπως είχε πάθει κάτι.  Τόση μεγάλη αλληλεγγύη είχαν μεταξύ τους οι παλαιοί άνθρωποι. Νοιαζόταν ο ένας για τον άλλο. Οι καρδιές των ανθρώπων ήταν κοντά, όπως και τα σπίτια τους. Η κοινή Πίστη ζέσταινε τις καρδιές τους και παραμέριζε τις ανθρώπινες αδυναμίες.

Τον ρώτησα κάποτε: «Γέροντα πού έμενες όταν βρισκόσουν στα μετόχια;» Και μου απάντησε  με συγκίνηση: «Με φιλοξενούσαν οι οικογένειες… Άνοιγαν το σπίτι τους στον ιερέα, γιατί το θεωρούσαν μεγάλη ευλογία…  έστρωναν τα καλύτερα στρωσίδια για να με ευχαριστήσουν, να μειώσουν με την αγάπη τους και τη φροντίδα τους τον σταυρό της ιερωσύνης μου…»

Όταν άκουγες τις ιστορίες του παπά Γιάννη αισθανόσουν δέος και συγκίνηση για τον ηρωισμούς του. Έσκυβες ευλαβικά και του φιλούσες τα χέρια για να τον ευχαριστήσεις που εκοπίασε στον αγρό της Θείας Χάριτος, που απλανώς επορεύθη, που αγογγύστως όργωσε με το άροτρο της ιερατικής του καθοσιώσεως το γεώργιον του Κυρίου.

 Ο παπά Γιάννης υπηρέτησε τιμίως και ευόρκως στις Ενορίες του Νοφαλιά, της Βουλισμένης, της Μιλάτου, του Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως και τέλος, ως πνευματικός, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Μεγάλης Παναγίας. Λιτάνευσε την χαρισματική του ιερωσύνη με ταπείνωση, με απλότητα, με υπακοή στο θέλημα του Θεού, γι’ αυτό και αγαπήθηκε πολύ. Το μελανό τριβώνιό του το περιέφερε με ταπείνωση. Δεν του άρεσαν οι προβολές και οι έπαινοι. Από όπου και αν περνούσε φρόντιζε να είναι διακριτικός, να περνά ως «αύρα λεπτή»  δροσίζοντας με την καλοσύνη και την ευγένειά του τις ψυχές των ανθρώπων.  Όπως ανέφερε ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας στον επικήδειο λόγο του, κατά την εξόδιο ακολουθία του ο παπά Γιάννης ήταν λεβέντης παπάς, όπως ήταν οι παλιοί κρητικοί παπάδες, οι ανεπιτήδευτοι στους τρόπους, οι πηγαίοι, που είχαν φόβο Θεού και ειλικρινή διάθεση.

Ο πατήρ Ιωάννης έδωσε τα πάντα στην Εκκλησία, δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του. Γι’ αυτό και είχε οσιακά τέλη. Φύλαξε την Ιερά Παρακαταθήκη και την παρέδωσε στον Δημιουργό του αναλλοίωτη και ανόθευτη. Τον ευχαριστούμε πολύ για ό,τι καλό και άγιο προσέφερε στη ζωή μας. Αρωμάτισε τη ζωή μας με το θυμίαμα της ευλογητής παρουσίας του και της υποδειγματικής διακονίας του. Μας λείπει πολύ. Έχουμε όμως βεβαία και ακλόνητη την ελπίδα ότι εύχεται για μας στο Θρόνο του Θεού όπου πλέον παρίσταται. Θα τον θυμόμαστε πάντοτε και θα τον μνημονεύουμε στις προσευχές μας. Ευχόμαστε ο Τριαδικός Θεός να κατατάξει την ψυχή τους στους χορούς των Αγίων καί των Δικαίων.

Να έχουμε την ευχή του.