ΕΟΡΤΗ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

τοῦ π. Ἐμμανουήλ Κατσαροῦ,
Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πέτρας καί Χερρονήσου

Κάθε χρόνο, ἀγαπητοί μου, στὶς 6 Αὐγούστου οἱ καμπάνες τῶν Ἱερῶν Ναῶν χτυποῦν χαρμόσυνα ἀγγέλλοντας στοὺς πάντες τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἡ ὁμήγυρης τῶν χριστιανῶν πρόκειται νὰ ἑορτάσει. Καὶ τί ἑορτάζουμε τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἑορτάζουμε τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ἐπάνω στὸ ὅρος Θαβώρ. Εἶναι μία πάρα πολὺ σημαντικὴ ἑορτὴ καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποῦ ἔχει ὁ λαός μας γιὰ αὐτὴν τὴν ἑορτή. Τί λέμε ἄλλωστε κάθε φορᾶ ποῦ εἰσερχόμαστε στὸ μήνα Αὔγουστο; Σὲ λίγες ἡμέρες εἶναι τοῦ Ἀφέντη Χριστοῦ. Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἀφέντη Χριστοῦ.

Εἶναι μία δύσκολη ἑορτὴ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἑρμηνεία της, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θέλω γιὰ τὴν προσοχή σας, ἔτσι ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε τί ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ ποιὰ μηνύματα παίρνουμε ἀπὸ αὐτή.

Τί σημαίνει, λοιπόν, Μεταμόρφωση; Μεταμόρφωση σημαίνει τὴν ἀλλαγὴ τῆς μορφῆς. Δηλαδή, σὲ μία συγκεκριμένη στιγμὴ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε αὐτὸ ποῦ κρυπτόταν, φανέρωσε τὴν δόξα τῆς θεότητος, μὲ τὴν ὁποία ἦταν ἑνωμένη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεως στὴν κοιλιὰ τῆς Θεοτόκου. Καὶ σημειώνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν μεγάλη του φιλανθρωπία κάλυπτε αὐτὸ ποῦ εἶχε πάντοτε, ὥστε νὰ μὴν καοῦν οἱ Μαθητές, λόγω τὴν ἀκαταλληλότητός τους, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἀκόμα προετοιμαστεῖ». «Ὁ Χριστὸς ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν προσέλαβε κάτι ποῦ δὲν εἶχε, οὔτε μεταβλήθηκε σὲ κάτι ποῦ δὲν ἦταν, ἀλλὰ φανέρωσε στοὺς μαθητὲς τοῦ αὐτὸ ποῦ ἦταν», μᾶς λέγει ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός.

 Ἔτσι ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ μεταμόρφωση ἐννοοῦμε ὅτι ὁ Χριστός,  ἔδειξε τὴν δόξα τῆς θεότητός του, ποῦ τὴν κρατοῦσε ἀφανῆ, στὸ φαινόμενο ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, σῶμα ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν ἀντικρύσουν. Δὲν ὑπάρχει δήλ. κάτι τὸ μαγικὸ ἀλλὰ φανέρωση αὐτοῦ ποῦ ἦταν. Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ συγχέουμε τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς μεταμορφώσεις ποῦ διαβάζουμε στὴν μυθολογία, γιατί πολὺ ἁπλὰ στὴν μυθολογία οἱ Θεοὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ μεταμορφωθοῦν σὲ κάτι ποῦ δὲν εἶχαν κατὰ φύση δήλ. τὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἀπόλαυση τῆς ἡδονῆς.

 Στὴ Μεταμόρφωση, ὅμως, ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδειξε τὴν Θεότητά του, μᾶς ἔδειξε τὴν λαμπρότητα ποῦ ἔχασε ὁ Ἀδὰμ παραβαίνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἔδειξε πῶς θὰ εἶναι ὁ καινὸς ἄνθρωπος στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ μάλιστα ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει: «Ὁ Χριστός, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Μεταμόρφωσης, κινούμενος ἀπὸ φιλανθρωπία δὲν ἔδειξε τὴν πληρότητα τῆς Θεικῆς τοῦ μορφῆς ἀλλὰ μία μικρὴ ἐνέργειά της ἔτσι ὥστε, οὔτε οἱ μαθητὲς νὰ κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὴν ζωὴ τοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ πληροφορήσει ὅλους ἐμᾶς, ποιὰ εἶναι ἡ θεικὴ δόξα τῆς Βασιλείας». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι καὶ ἀποκάλυψη τῆς Βασιλείας ἀλλὰ καὶ ἔκφραση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ.

Τώρα, πότε ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση; Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸ ὅρος Θαβώρ, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Εὐαγγελιστές, ἔγινε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, καὶ συγκεκριμένα σαράντα ἡμέρες πρὶν ὁ Χριστὸς πάθη καὶ σταυρωθεῖ. Ἄρα θὰ ἔπρεπε νὰ ἑορτάζεται τὸν μήνα Μάρτιο, ἀνάλογα μὲ τὸ πότε ἑορτάζεται τὸ Πάσχα. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ χρόνος αὐτὸς συμπίπτει μὲ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἑορταστεῖ πανηγυρικά, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἑορτὴ μεταφέρθηκε τὴν 6η Αὐγούστου.

Μία ἡμερομηνία, προσέξτε, ὄχι τυχαία, ἀφοῦ τοποθετήθηκε 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὶς 14 Σεπτεμβρίου, ἡ ὁποία ἐπέχει θέση σὰν τὴν Μ. Παρασκευή. Ὅμως προσέξτε καὶ κάτι ἄλλο. Οὔτε ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι τυχαία, τὴν Β’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Καὶ σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: « Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε νὰ ἑορτάζεται τὴν Β’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, καὶ μάλιστα 40 ἡμέρες ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ὁ κατ’ ἐξοχὴν κήρυκας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς».

Τὰ γεγονότα, μάλιστα, τῆς ἑορτῆς διασώζονται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστές, Μάρκο, Ματθαῖο καὶ Λουκᾶ, κάτι ποὺ φανερώνει πὼς ἡ Μεταμόρφωση ἀποτελεῖ κεντρικὸ γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ περικλείει πολλὰ θεολογικὰ μηνύματα.  Ἑορτὴ δὲ αὐτὴ ἔχει ἄμεση σχέση τόσο μὲ τὴν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὅσο καὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ καὶ στὶς δύο αὐτὲς ἑορτές, κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, ἔχουμε τὴν «φανέρωση τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». 

Ἂς δοῦμε ὅμως τὸ γεγονὸς ἔτσι ὅπως αὐτὸ περιγράφεται μέσα στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια.

« Καὶ μεθ’ ἡμέρας ἐξ, παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὅρος ὑψηλὸν κατ’ ἰδίαν». Δηλαδή, μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες πῆρε ὁ Χριστὸς τρεῖς ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς καὶ ἀνέβηκαν σὲ ὅρος ὑψηλό. Τί συνέβη ὅμως πρὶν ἀπὸ 6 ἡμέρες; Καὶ σημειώνει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στὸ ὅρος Θαβὼρ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ μία διακήρυξή Του πρὸς τοὺς μαθητές Του: Ἀμὴν λέγω ὑμίν, εἰσὶ τινὲς τῶν ὧδε ἐστηκότων, οἵτινες οὗ μὴ γεύσονται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσιν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυίαν, ἐν δυνάμει». Δηλαδή, σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποῦ εὑρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν τὸν θάνατο, προτοῦ νὰ ἰδοῦν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δήλ. τὴν Ἐκκλησία νὰ ἐγκαθίσταται καὶ νὰ θεμελιώνεται στὴ γῆ μὲ δύναμη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Καὶ σημειώνει ὁ ὁ γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, σχολιάζοντας τὸ χωρίο αὐτό: «λέγονται πολλὰ γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι ταυτίζουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μὲ μία ἐγκόσμια ἐπικράτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἄλλοι μὲ τὴν μέλλουσα μακαριότητα τῶν δικαίων. Ὅμως ἡ σύνδεση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν Μεταμόρφωση δηλώνει πῶς ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θέα τῆς ἀκτίστου χάριτος καὶ δόξης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Λόγου. Ἄρα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἐγκόσμια Βασιλεία εἶναι οὔτε οὐτοπικὴ διακήρυξη, ἀλλὰ συνδέεται στενὰ μὲ τὸν Βασιλέα, ποῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ γιατί μόνο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ δόξα τῆς θεότητος θεούργησε καὶ ἐλάμπρυνε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὅπου Χριστὸς ἐκεῖ καὶ ἡ Βασιλεία».

Καὶ σημειώνει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ συνδέεται μὲ τὴν ὅραση, τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου φωτός. Καὶ αὐτὸ γιατί ὅπου Χριστὸς ἐκεῖ καὶ ἡ φανέρωση-ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ συνεχίζει: «Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία μποροῦν νὰ ὀνομασθοῦν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅσοι ζοῦν μέσα σὲ αὐτὴν φθάνουν στὴν θέα τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ, ποῦ εἶναι ἡ πραγματικὴ Βασιλεία. Ἄλλωστε, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνουν καὶ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί συνδέονται πολὺ στενὰ μὲ τὴν καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ».

Καὶ συνεχίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «μετὰ ἀπὸ ἔξι συνεχεῖς ἡμέρες προσευχῆς καὶ σιωπῆς παρέλαβε ὁ Χριστὸς τοὺς τρεῖς μαθητὲς καὶ ἀνέβηκε σὲ ὅρος ὑψηλόν». Καὶ διερωτᾶται ὁ ἱερὸς Πατήρ: «γιατί πῆρε ὁ Χριστὸς μόνο τοὺς τρεῖς τῶν μαθητῶν»; Καὶ ἀπαντᾶ: «τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα παραλαμβάνονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ σὲ ἄλλες μεγάλες στιγμές, ὅπως ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καὶ κατὰ τὴν Ὑπερφυὰ Προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὴν Γεσθημανή». Καὶ μᾶς λέγει ὁ γέροντας Σωφρόνιος: «Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς προσωποληψία. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε στὸν Χριστὸ διαθέσεις ἀνθρώπινες καὶ αἰσθήματα ἐμπαθῆ. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ εἶναι Παράδεισος γιὰ τοὺς κατάλληλους, ὅμως εἶναι Κόλαση γιὰ τοὺς μὴ κατάλληλα προετοιμασμένους. Οἱ τρεῖς μαθητὲς ἦταν οἱ πιὸ κατάλληλοι ἐνῶ γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους, ἡ θεία δόξα, ἔπρεπε νὰ μείνει κρυφὴ καὶ νὰ ἀποκαλυφθεῖ μετὰ τὴν Ἀνάσταση».

Ὅμως οἱ τρεῖς αὐτοὶ μαθητὲς διέθεταν καὶ κάποια προσόντα στὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι ὑστεροῦσαν. «Καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοὺς φαίνεται στὸ ὅτι ὁ Πέτρος ἀγαποῦσε πολύ, σφόδρα, τὸν Χριστὸ μὲ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως, ὁ Ἰωάννης ἀγαπιόταν πολὺ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀρετῶν καὶ ὁ Ἰάκωβος ἀπὸ τοῦ ὅτι ἦταν σφόδρα βαρὺς στοὺς Ἰουδαίους, ἀφοῦ καὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἐφόνευσε», κατὰ τὸν Εὐθύμιο Ζυγαβηνό. Καὶ μάλιστα δὲν ἦταν τυχαία ἡ παρουσία τῶν μαθητῶν ἐπάνω στὸ ὅρος ἀφοῦ ἔγιναν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοί του γεγονότος, τὸ ὁποῖο καὶ κατέγραψαν στὶς Καθολικὲς Ἐπιστολὲς τοὺς τόσο ὁ Πέτρος ὅσο καὶ ὁ Ἰωάννης.

  Καὶ ἐκεῖ ἐπάνω στὸ ὑψηλὸ ὅρος «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο στίλβοντα λευκὰ λίαν ὡς χιῶν». μεταμορφώθηκε δηλαδὴ ἐνώπιον τῶν, καὶ τὸ πρόσωπο αὐτοῦ ἕλλαμψε ὡς ὁ  ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα τοῦ λαμπρύνθηκαν καὶ φάνηκαν σὰν τὸ χιόνι, ἦταν δὲ τόσο λευκά, ὅσο δὲν μπορεῖ κανεὶς βαφεὺς νὰ λευκάνει. 

Καὶ σημειώνουν οἱ θειότατοι Πατέρες: «κατὰ τὸν καιρὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε μέγα καὶ φοβερὸ θέαμα. Πρῶτον γιατί ἀνέτειλαν δύο ἥλιοι, στὴ μέση του μεσημεριοῦ, πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν γνώρισε ποτὲ ἡ κτίση. Καὶ δεύτερον, εἶναι φοβερὸ θέαμα, γιατί ὁ ἕνας εἶναι ὁ αἰσθητὸς ἥλιος καὶ ἀνέτειλε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ὁ ἄλλος νοητὸς ποῦ ἀνέτειλε ἀπὸ τὴν γῆ. Ποιὸς εἶδε ποτὲ δύο ἡλίους ἐστώτας εἰς τὸ μέσον της ἡμέρας»; Καὶ λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «ὄντως μέγα καὶ φοβερὸς καὶ παράδοξον θαῦμα, ἐν τῷ Θαβὼρ ἐγένετο. Διατί, σήμερον ὁ νοητὸς Ἥλιος ἐφάνη καὶ τὸ φῶς αὐτοῦ φῶς φωτεινόν, φῶς λαμπρὸν καὶ ἔνδοξον, φῶς ἐλπίδος καὶ Ἀναστάσεως ἀπαρχή. Τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ, ἐγένοντο λευκὰ σφόδρα, διατὶ τὸ γράμμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλοῦν», τὸ ὁποῖο φαίνεται λαμπρὸ σὲ αὐτοὺς ποῦ ὁ ἐν πνεύματι τὰ τοῦ πνεύματος καὶ σκοτεινὸ σὲ ἐκείνους ποῦ προσπαθοῦν νὰ ἐξηγήσουν τὰ θέματα τῆς πίστεως μὲ τὴν λογική. 

Καὶ ξαφνικὰ μέσα σὲ αὐτὴ τὴ θεωρία τοῦ φωτός, «ὤφθησαν Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ’ αὐτοῦ συλλαλοῦντες». Παρουσιάσθηκαν ἐν ἀκαρεῖ, οἱ δύο πρόκριτοι τῶν προφητῶν, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας. Καὶ σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «καὶ ὁ Χριστὸς ἐν μέσω τῶν προκρίτων Προφητῶν καὶ τῶν προκρίτων μαθητῶν ἐστάθη. Ἐστάθη εἰς τὸ μέσον, δεικνύων εἰς ἅπαντας ποῖος ἐστὶ τὸ κέντρον καὶ ποιὸς ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας». Στάθηκε δηλαδή, στὸ μέσον γιατί τὸ κέντρο τῆς Ἄγ. Γραφῆς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Η Π.Δ. εἶναι ἐκείνη ποῦ περιγράφει τὶς ἀποκαλύψεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου καὶ προφητεύει τὴν Ἐνανθρώπισή του ἐνῶ ἡ Κ.Δ. περιγράφει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνο τὴν παρουσιάζει, ἀλλὰ δίνει τὴν μαρτυρία ὅτι καὶ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ μεθέξουν τῆς ἐνσαρκώσεως, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μποροῦν νὰ γίνουν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Μάλιστα ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος παρουσιάζει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκαν οἱ προφῆτες.

 Πρῶτον, γιὰ νὰ ἀποδειχτεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Κύριος του Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν.

Δεύτερον, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι κυριεύει ζώντων καὶ νεκρῶν, ἀφοῦ ὁ Μωυσῆς ἦταν νομοθέτης καὶ πέθανε, ἐνῶ ὁ Ἠλίας ἦταν Προφήτης καὶ ἀκόμη ζοῦσε, ἀφοῦ ἠρπάγη μὲ ἅρμα στὸν οὐρανό.

Τρίτον, γιὰ νὰ φανεῖ καλὰ ὅτι ὁ Χριστός, ὄχι μόνο δὲν ἦταν ἀντίθετος μὲ τὸν Νόμο, ἀλλὰ οὔτε ἀντίθεος διαφορετικὰ οἱ μεγάλοι αὐτοὶ ἄνδρες δὲν θὰ ὁμιλοῦσαν μαζί του.

Τέταρτον, γιὰ νὰ λύσει τὴν ὑποψία μερικῶν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας ποῦ περίμεναν ἢ κάποιος ἄλλος προφήτης.

Καὶ πέμπτον, γιὰ νὰ διδάξει τοὺς μαθητές του νὰ μιμηθοῦν τοὺς μεγάλους αὐτοὺς ἄνδρες, δήλ. νὰ εἶναι πραεῖς, ὅπως ὁ Μωυσῆς, καὶ ζηλωτὲς καὶ ἄκαμπτοι καὶ νὰ κινδυνεύουν, ὅταν χρειασθεῖ γιὰ τὴν ἀλήθεια, ὅπως ὁ Ἠλίας.

Ἔτσι οἱ δύο προφῆτες, «ἱεροπρεπῶς ἐστῶτες ἐν ὄρει Θαβώρ», κατὰ τὸν ἱερὸ Κοσμᾶ τὸν Μελωδό, ἔβλεπαν τὸν Σεσαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα σὲ αὐτὴν τὴν θεωρία γνώρισαν ὅτι αὐτός ἐστι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Καὶ γιὰ ποιὸ πράγμα συνομιλοῦσαν μὲ τὸν Χριστό; Λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «οἱ ὀφθέντες ἐν δόξη ἔλεγον περὶ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἢν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ», μιλοῦσαν δήλ. γιὰ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ μέσα σὲ αὐτὴν τὴν θεωρία, τὸ θαῦμα καὶ τὴν ἔκσταση, ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Πέτρου νὰ ἀπευθύνει λόγο πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τοῦ λέγει νὰ φτιάξουν τρεῖς σκηνές, μία γιὰ τὸν Ἴδιο, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία. Καὶ διερωτᾶται ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος: «Ἀπὸ ποῦ κατάλαβαν οἱ μαθητὲς ποιοὶ ἦταν οἱ δύο προφῆτες»; Καὶ ἀπαντᾶ: «ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους ποῦ θὰ ἔλεγαν στὸν Χριστό, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἦταν σχετικοὶ μὲ ἐκεῖνα ποῦ προεφήτευσαν, ὅσο ζοῦσαν. Ἴσως ὁ Μωυσῆς θὰ ἔλεγε: Σὺ εἰ, οὐ προετύπωσα τὸ πάθος ἐγώ, σφάξας τὸν ἀμνὸν καὶ τὸ πάσχα τελέσας. Καὶ ὁ Ἠλίας θὰ ἔλεγε: Σὺ εἰ, οὗ τὴν ἀνάστασιν προτύπωσα ἐν τῷ τῆς χήρας Υἱῶ». Ὁ Μωυσῆς δήλ. μιλοῦσε γιὰ τὴν προτύπωση τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα, ἐνῶ ὁ Ἠλίας γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

 Καὶ «ἄφνου», ξαφνικὰ δηλαδὴ πρὶν τελειώσει τοὺς λόγους αὐτούς, ὁ Πέτρος, «νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτοὺς καὶ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα: Οὗτος ἐστὶν ὁ Υἱός μου ὁ Ἀγαπητός, ἐν ὢ ηὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε». Ὅπως ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ τῆς Βαπτίσεως ὑπάρχει ἐμφάνιση καὶ ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς Μεταμόρφωσης ἀποκαλύπτεται ὁ Τριαδικὸς Θεός.

Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο ποῦ ἐνηνθρώπισε, ἔλαμψε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν καὶ φανέρωσε τὴν δόξα τῆς Θεότητός του. Ὁ Πατὴρ ἐπιβεβαίωσε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ ὁ ἀγαπητός, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἡ νεφέλη ποῦ ἐπισκίασε τοὺς μαθητές. Καὶ ὅλα αὐτὰ μέσα στὸ ἄπλετο ἄκτιστο φῶς τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε τί μᾶς λέγει ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας; «Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα». Καὶ μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μαθητὲς δὲν ἄντεξαν τὴν θεωρία τοῦ φωτὸς καὶ ἔπεσαν στὴν γῆ μὴ μπορώντας νὰ ἀντικρύσουν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ».

Καὶ συμπληρώνει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Ἐπάνω στὸ ὅρος Θαβὼρ ἔχουμε καὶ ὅραση καὶ ἀκοή, καὶ αὐτὸ γιατί κατὰ τὴν ἀποκάλυψη καὶ θεωρία τοῦ Θεοῦ, ὅλες οἱ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου γίνονται μία αἴσθηση, ἑνοποιοῦνται. Τὴν ὥρα τῆς θεοπτίας ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι διεσπασμένος γιατί ἡ διάσπαση εἶναι ἀπόρροια τῆς ἁμαρτίας».

Καὶ μάλιστα, λέγει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «ἡ ὅραση εἶναι ἀξιοπιστοτέρα τῆς ἀκοῆς. Πρῶτα ἀκούει κανεὶς κάτι καὶ μετὰ προχωρεῖ στὴν ὅρασή του. Ἐδῶ, ὅμως, συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Οἱ μαθητὲς εἶδαν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν συνέχεια ἀκολούθησε καὶ ἡ ἐπιβεβαίωση διὰ τῆς ἀκοῆς».

Καὶ ξαφνικὰ ὅλα αὐτὰ ἔλαβαν τέλος καὶ ὁ Ἰησοῦς βρέθηκε μόνος ἐπάνω στὸ ὅρος, παραγγέλλοντας στοὺς μαθητές του νὰ μὴν κάνουν γνωστὰ αὐτὰ ποῦ ἔζησαν, εἶδαν καὶ βίωσαν, παρὰ μόνο ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

Ἀγαπητοί μου,

Αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονὸς ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας. Τὴν φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐπάνω στὸ ὅρος Θαβὼρ ἔχουμε ἐμφάνιση καὶ ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μᾶς δείχνει τί ἀκριβῶς καὶ ποιὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ποιὸς ὁ βαθύτερος καὶ οὐσιαστικότερος σκοπός της. Καὶ αὐτὸς εἶναι νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴ θέωση, ποῦ εἶναι ἡ ὅραση τοῦ ἀκτίστου φωτός.

Ἡ θέωση, δὲν ἀποτελεῖ πολυτέλεια γιὰ τὴν χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ εἶναι ἡ μυστικὴ ἐντελέχεια καὶ ὁ βαθύτερος σκοπός της. Ὅλοι μποροῦν νὰ φτάσουν στὴν θέωση ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσουν καὶ νὰ ἐπιλέξουν τὸν σωστὸ τρόπο γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Τίποτα δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο.

Ὅμως ἡ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ μαςφανερώνει καὶ τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ βρίσκεται στὸ μέσο τῶν θεουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὐφραίνονται ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, κατὰ διάφορους βαθμούς. Ἑπομένως, ἡ μέλλουσα Βασιλεία, ὅπως καὶ ἡ παρουσία μᾶς μέσα στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μία συνάθροιση εὐσεβῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ μία συναγωγή, ἕνας ἐκκλησιασμὸς θεουμένων ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος Θεοῦ».

 Μᾶς δείχνει συνάμα καὶ κάτι ἄλλο. Μᾶς δείχνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ. Ὅμως γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε τὸ Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ καθαρίσουμε ὅλη τὴν ψυχοσωματική μας ὕπαρξη ἀπὸ τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας. Καὶ αὐτὸ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει; Μόνο μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοια, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ συμμετοχή μας στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ λέγει ὁ γέροντας Σωφρόνιος: «Ὅπως ἀκριβῶς τὸ αἰσθητὸ φῶς, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου δήλ., φωτίζει τοὺς ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, ἔτσι καὶ τὸ ἄκτιστο φῶς φωτίζει τὸν καθαρὸ νοῦ καὶ τὴν λελαμπρυσμένη, ἀπὸ τὶς ἀρετές, καρδιά».

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μιλώντας γιὰ τὴν Μεταμόρφωση, κάνουν λόγο γιὰ τὴν προσωπική μας ἀνάβαση στὸ ὅρος τῆς Θεοπτίας. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ὅρος τῆς θεοπτίας μέσα στὴν Ἐκκλησία μας; Εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, ἐπάνω στὴν ὁποία τελεῖται τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, ἡ Θεία Εὐχαριστία. Σὲ αὐτὸ τὸ ὅρος μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησίας μας νὰ ὑπεισέλθουμε.

Ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ νὰ ἀποθέσουμε ὅλα αὐτὰ ποῦ βαραίνουν τὶς καρδιές, μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση, νὰ ἀνεβοῦμε ἀνάλαφροι τὰ σκαλοπάτια καὶ νὰ μποῦμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ ἁγιασθοῦμε καὶ νὰ μετέχουμε τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὅποιος κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων γίνεται αὐτόπτης καὶ αὐτήκοός της μεγαλοσύνης τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὴν κατ’ ἐξοχὴν φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ἐμᾶς τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι συνεχὴς προσπάθεια,  διαρκῆς ἄνοδος καὶ  ἐξέλιξη.